Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Γαλάτες/Κέλτες - φυλές - διασπορά στην Ευρώπη - εισβολή στην Ελλάδα το 279 πΧ



(Σχόλιο Γ. Ανεστόπουλος: παράδοξο!τόλμησαν οι Γαλάτες να εισβάλλουν στην Ελλαδική επικράτεια εν μέσω της Μακεδονικής παντοδυναμίας της εποχής!Ποιός τους κάλεσε άραγε για "αντιπερισπασμό"; Αυτός που θα είχε συμφέρον από κάτι τέτοιο και δεν θα κινδύνευε ήταν μόνον ένας...Πτολεμαίοι της Αιγύπτου...που ταυτόχρονα εκείνη την εποχή διεκδικούσαν τμήμα της Συρίας και θα επιθυμούσαν μείωση των στρατευμάτων του εχθρού (Σέλευκος - Αντίοχος)...παρεμπιπτόντως, κανείς τους δεν έστειλε στρατεύματα στην Ελλάδα...μόνες τους οι τοπικές (εθνο)φρουρές των πόλεων - γέροι, παιδιά και γυναίκες σε πολλές περιπτώσεις - αντιμετώπισαν τους εισβολείς Γαλάτες) 
ΓΑΛΑΤΕΣ
{ ΜΑΧΗ ΣΤΑ «ΚΟΚΚΑΛΙΑ» ΤΟ 279 π.Χ }

 «Γαλάτες», ονομάζονταν στην αρχαιότητα οι κάτοικοι της περιοχής μεταξύ των Πυρηναίων και του Ρήνου. Η χώρα αυτή ήταν διηρημένη, πριν την Ρωμαϊκή εποχή, σε τρία (3) μέρη, ανάλογα με τους κατοίκους της: Στο Νοτιοδυτικό μέρος κατοικούσαν οι «Ακουιτανοί», στο Βόρειο οι «Βέλγες» και στο Ανατολικό οι «Κέλτες ή Κελτοί».


1. Οι Ακουιτανοί στο Νοτιοδυτικό μέρος, διέφεραν από τους άλλους Γαλάτες όχι μόνο στην γλώσσα, αλλά και στον τρόπο ζωής (Στράβων Δ 1, 1 - 2, 1). Κατά τον Πτολεμαίο (Β - 7) οι Ακουιτανοί ήταν πολλές φυλές ήτοι: Πίκτονες, Σάντονες, Βιτούρνιγες, Τάρβελοι, Καδούρκοι, Ουασάτιοι, Γάβαλοι, Δάτιοι, Αρουέρνοι, Αύσκιοι, Ρουτανοί και οι Κουμουενοί. Κατά τον Διόδωρο, είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή αυτή και προϊστορικοί Έλληνες (Βοιωτοί κ.ά) και ότι την σημερινή πόλη «Αλησία» (Alise Bourgone) την έκτισε ο Ηρακλής (Διόδ.Ε΄23,2). Η Ακουιτανία, η οποία στα Λατινικά σημαίνει «χώρα των Υδάτων», κατακτήθηκε από τον Ιούλιο Καίσαρα το 56 π.Χ.

2. Οι Βέλγες, κατοικούσαν μεταξύ της Λουγδουνησίας, του Σηκουάνα ποταμού Νοτιοδυτικά της Μεγάλης Γερμανίας και του Ρήνου ποταμού Βορειοδυτικά της Ναρβωνησίας («Βελγική Κελτογαλατία»). Το Ανατολικό τμήμα της χώρας, προς τον Ρήνο ποταμό, ονομαζόταν Γερμανία, άνω και κάτω. Οι Βέλγες, ήσαν διηρημένοι σε δεκαπέντε φυλές (Ατριβάτιοι, Βελουακοί, Αμβιανοί, Τούγγροι, Σουβάνεκτοι, Ουερομάνδυες, Τριβηροί, Νέμητες, Λόγγωνες, Ελουήτιοι, Σηκουανοί, Ουέσονες, Ρημοί, Μενάπιοι, Ραυρικοί). Από όλους τους άλλους λαούς της Γαλατίας, αυτοί ήσαν οι ανδρειότεροι και μάλιστα τόσο πολύ, ώστε μόνοι τους είχαν αποκρούσει την επιδρομή των Κίμβρων και των Τευτόνων. Τα μαλλιά τους ήταν μακριά και φορούσαν χονδρούς μανδύες, βράκες και χιτώνες οι οποίοι έφθαναν έως τους γλουτούς. Επίσης είχαν χονδρές μάλλινες κάπες που τις έλεγαν «λαίνες». Τα όπλα τους ήταν μεγάλα μαχαίρια λόγχες, τόξα, σφενδόνες, ασπίδες. Τα σπίτια τους ήταν καλύβες κατασκευασμένες από ξύλα και πλεγμένα κλαδιά δένδρων. Η τροφή τους ήταν το κρέας, κυρίως το χοιρινό και το γάλα. Οι Βέλγες ήταν απλοί άνθρωποι αλλά ταυτόχρονα βάρβαροι και αλαζονικοί. Στους θεούς τους πρόσφεραν ανθρωποθυσίες στις οποίες παρίσταντο πάντα οι «Δρυϊδες» και λάμβαναν χρησμούς από τον τρόπο που σφάδαζε το θύμα, όταν το κτυπούσαν στα νώτα του με το μαχαίρι. Σε άλλες περιπτώσεις, κατασκεύαζαν κάποιο άγαλμα από ξύλα και χόρτα και αφού έθεταν μέσα ζώα και ανθρώπους τα κατέκαιαν.  

3. Οι Κέλτες ή Κελτοί, κατά τον Στράβωνα (Δ, 1, 13, 14), κατοικούσαν Ανατολικά των Ακουιτανών και του Κεμμένου όρους (από την Μασσαλία έως τις Άλπεις). Από αυτούς αργότερα οι Έλληνες της Μασσαλίας, ονόμασαν το σύνολο των Γαλατών Κελτούς. Κατά τον Πλούταρχο (Καμ. 15), οι Γαλάτες ανήκαν στο γένος των Κελτών. Αυτοί λόγω υπερπληθυσμού, εγκατέλειψαν την χώρα τους και έφθασαν στην Ιβηρία, την Ιταλία και τα έσχατα μέρη της Ευρώπης. Ο Πολύβιος (Β. 17), αναφέρει ότι παλαιότερα οι Κελτοί οι οποίοι είχαν σχέσεις με τους Τυρρηνούς της Β. Ιταλίας τους φθόνησαν εξ’ αιτίας της εύφορης χώρας τους και εισέβαλαν στις πεδιάδες του Πάδου. Οι Κελτοί ήταν άνθρωποι απλοί, αγράμματοι και εκτός από την κτηνοτροφία και την γεωργία αγνοούσαν παντελώς κάθε επιστήμη και τέχνη. Κατοικούσαν σε ατείχιστες πόλεις (οικισμούς) αγνοούσαν την επίπλωση και κοιμούνταν στο έδαφος. Ο Κων/νος  Παπαρρηγόπουλος, στην "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", αναφέρει: «…Οι λεγόμεναι Κελτοί ή Γαλάται, είναι αρχαιότατοι γνωστοί κάτοικοι των δυτικωτέρων της Ευρώπης χωρών, ήτοι της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας. Ενώ δε, καθό αποτελούντες κλάδον της Ινδογερμανικής φυλής, επήλθον ποτέ εις τας εσχατιάς του ημετέρου της γής μέρους, έπειτα, από της 6ης π.Χ εκατονταετηρίδος επώκησαν είς την Ισπανίαν, την Ουγγαρίαν, από της οποίας, κατά την 4ην π.Χ εκατονταετηρίδα, επεφάνησαν και είς τα βορειότερα της ημετέρας χερσονήσου…».

Οι Κέλτες ή Κελτοί κατά τους σύγχρονους ιστορικούς, που μελέτησαν τα διάφορα τοπωνύμια της Δυτικής Ευρώπης και την γλώσσα τους, είναι προφανώς προϊστορικός λαός. Αρχικά ήταν εγκαταστημένοι στη Νότια Γερμανία, μεταξύ των πηγών των ποταμών Ρήνου και Δουνάβεως. Την περίοδο 2000 -1700 π.Χ άρχισαν να εξαπλώνονται σε ολόκληρη την σημερινή Γαλλία και τις Βρετανικές Νήσους και αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι κάποιος λαός εισβολέων της περιόδου αυτής έθαπτε τους νεκρούς σε τύμβους. Η εξάπλωση αυτή συνεχίσθηκε και για τα επόμενα χίλια και πλέον έτη. Οι Πρωτοκέλτες ήλθαν σε σχέσεις με τους Βαλτοσλάβους και άλλους λαούς της Βαλτικής, ορισμένοι εκ των οποίων ήσαν ανθρωποφάγοι (Ανδροφάγοι).
[ Οι «Ανδροφάγοι» ήταν λαός της Βορ. Σκυθίας, Βόρεια των πηγών του Βορυσθένη και της ερήμου χώρας πάνω από αυτές, οι οποίοι ήταν διαφορετικής φυλής από τους άλλους Σκύθες. Κατά τον Ηρόδοτο (Δ.18,106), οι «Ανδροφάγοι» ήταν ο αγριότερος όλων των λαών, χωρίς νόμους και δικαιοσύνη, ομιλούσαν διαφορετική γλώσσα και ήσαν νομάδες ανθρωποφάγοι. Υποστηρίζεται από ορισμένους, ότι πρόκειται για λαό «Φιννικής καταγωγής» (Φιλλανδίας, Βαλτικής, Ουγγαρίας, Εσθονίας, Ουκρανίας, Σιβηρίας κ.λ.π), διότι οι «Φίννοι» ήσαν ανθρωποφάγοι μέχρι και τον δεύτερο αιώνα μ.Χ ].

Αυτό το «συνονθύλευμα» των φυλών, με κοινό όνομα «Γαλάτες» και με αρχηγό τους τον Βρέννο Β΄, τον 3ον αιώνα π.Χ αφού λεηλάτησαν την Ιλλυρία και την Σερβία, όπου ίδρυσαν εκεί και ένα μικρό Βασίλειο, εισέβαλαν στη Μακεδονία. Εκεί τους αντιμετώπισε ο Στρατηγός των Μακεδόνων Σωσθένης και δεν τους άφησε να εγκατασταθούν. Ο Βρέννος όμως, έχοντας ως στόχο το Μαντείο των Δελφών, όπου υπήρχαν πολλά χρήματα σε νομίσματα και αφιερώματα από άργυρο και χρυσό, στις κοινές συνεδριάσεις των διαφόρων φυλών προσπαθούσε μετά φορτικότητας να τους πείσει, πράγμα το οποίο πέτυχε το 279 π.Χ, να εκστρατεύσουν κατά της Ελλάδος. Ο πεζικός στρατός που συγκεντρώθηκε έφθανε τις 152.000, ο δε ιππικός στρατός μαζί με τους βοηθούς ιππείς ήταν περίπου 61.200, ήτοι συνολικός στρατός 213.200 περίπου. Στην εκστρατεία αυτή οι «Γαλάτες» συνάντησαν την οργανωμένη αντίσταση των Ελλήνων, που με κοινό αρχηγό τους τον Αθηναίο στρατηγό Κάλλιππο του Μοιροκλέους και περίπου 26.000 πεζικό στρατό και ικανό αριθμό πλοίων, είχαν λάβει θέση στο στενό των Θερμοπυλών. Η πρώτη ενέργεια των Ελλήνων ήταν η καταστροφή των γεφυρών του Σπερχειού ποταμού, ώστε να δυσκολευτεί το πέρασμα των Γαλατών. Όμως οι Γαλάτες, περνώντας νύχτα τον ποταμό Σπερχειό από ένα σημείο λιμνώδες (ρηχό και όχι ορμητικό) κολυμπώντας και χρησιμοποιώντας τις ασπίδες τους για σχεδίες, βρέθηκαν το πρωί στην απέναντι όχθη του Σπερχειού κοντά στην αρχαία πόλη Ηράκλεια. Στη συνέχεια, αφού λεηλάτησαν την Ηράκλεια και αφού διέταξαν τους ντόπιους κατοίκους να ξαναχτίσουν τις γέφυρες, επιτέθηκαν στις Ελληνικές δυνάμεις που είχαν πάρει θέσεις στο στενό των Θερμοπυλών. Στη σύγκρουση, που έγινε μέσα στο έλος που υπήρχε εκεί, οι Έλληνες αν και πολύ λιγότεροι αντιστάθηκαν με γενναιότητα και ανάγκασαν τους Γαλάτες να υποχωρήσουν. Ο Βρέννος προκειμένου να παρακάμψει τις Ελληνικές δυνάμεις, αλλά και για να εξαναγκάσει τους Αιτωλούς να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, ώστε ο πόλεμος να είναι ευκολότερος, σκέφθηκε να δημιουργήσει κυκλωτικό μέτωπο. Διέταξε τον Ορεστόριον και τον Κόμβουτιν, με ένα τμήμα με 40.000 πεζούς και 800 ιππείς, που ήδη είχαν περάσει το Σπερχειό ποταμό και είχαν στρατοπεδεύσει κοντά στην πόλη Ηράκλεια, να γυρίσουν πίσω και να χρησιμοποιήσουν τον αρχαίο δρόμο που συνέδεε τις Ράχες Τυμφρηστού με τα όρη Οξυά και Βαρδούσια, ώστε να βρεθούν πίσω στους Δελφούς. Στο μέτωπο των Θερμοπυλών παρέμεινε ο Ακιχώριος με 100.000 στρατό, ο ίδιος ο Βρέννος με 40.000 στρατό, επεχείρησε να διαβεί την Ανοπαία ατραπό (από την οποία σύμφωνα με τον Ηρόδοτο πριν 200 περίπου έτη ο «Εφιάλτης» οδήγησε τους Πέρσες) και να κατευθυνθεί εν συνεχεία στους Δελφούς, με σκοπό να λεηλατήσει το πλούσιο Μαντείο. Απέτυχαν όμως οι «Γαλάτες» του σκοπού τους, διότι οι Ελληνικές δυνάμεις τους περίμεναν σε όλα τα πολεμικά μέτωπα, όπου μετά από σκληρές μάχες τους ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν. Οι Έλληνες στις μάχες αυτές είχαν και θεϊκή βοήθεια, διότι εκτός από την μεγάλη κακοκαιρία που επικρατούσε εκείνες τις ημέρες, ξέσπασε και καταστρεπτικός σεισμός που δεν άφησε τίποτε όρθιο. Οι Γαλάτες κατατρομαγμένοι οπισθοχώρησαν και δεν υπέστησαν απλώς μία ήττα, αλλά υπέστησαν μία συντριβή και οριστική διάλυση. Σύμφωνα με τον Παυσανία (Χ 23), περίπου έξι χιλιάδες φονεύθηκαν στη μάχη που έγινε στον Παρνασσό κοντά στους Δελφούς και πάνω από δέκα χιλιάδες χάθηκαν από τις κακουχίες και την πείνα.  

Το τμήμα των Γαλατών, 40.000 πεζικό και 800 ιππείς, με αρχηγούς τον Ορεστόριον και Κόμβουτιν (που είχε περάσει τον Σπερχειό προς τα πίσω και είχε ακολουθήσει τον αρχαίο δρόμο Ράχες Τυμφρηστού, Οξυά, Κάλλιο, Μαντείο Δελφών), έφθασε μέχρι το "Κάλλιο". Εκεί συνάντησε μεγάλη αντίσταση από Ελληνικές δυνάμεις, που είχαν προλάβει να παραταχθούν και να φράξουν το δρόμο προς το Μαντείο των Δελφών, αναγκάσθηκε να οπισθοχωρήσει και να γυρίσει πίσω από τον ίδιο δρόμο, για να ενωθεί με το κύριο σώμα στρατού του στις Θερμοπύλες. Στην επιστροφή του όμως και στο σημείο που σήμερα ονομάζεται «Κοκκάλια», βρέθηκε αντιμέτωπο με τους κατοίκους της γύρω περιοχής οι οποίοι τους είχαν περικυκλώσει και με ότι μέσον είχαν, ακόντια, μαχαίρια, αξίνες, λοστούς, τσεκούρια, τους εξόντωσαν. Σύμφωνα με τον Παυσανία (Χ. 22): «…από τους 40.800 βαρβάρους οι δυνηθέντες να σωθούν και να φθάσουν στο στρατόπεδο των Θερμοπυλών (Ηράκλεια) ήσαν ολιγώτεροι από τους μισούς…».

Την συντριβή εκείνη των Γαλατών, στον αρχαίο δρόμο που βρίσκεται στον «αυχένα» που συνδέει τις Ράχες Τυμφρηστού με την Οξυά, (πάνω από τους σημερινούς οικισμούς Πουγκάκια και Παλαιοχώρι), την μαρτυρούν ακόμη και σήμερα τα διάσπαρτα ανθρώπινα κόκαλα που υπάρχουν εκεί, σε έκταση πολλών στρεμμάτων, σε πάχος τριών δακτύλων, τριμμένα και ασπρισμένα από το πέρασμα του χρόνου. Παλαιότερα οι γεωργοί της περιοχής, κατά καιρούς ξέθαβαν με το αλέτρι τους ακόντια, κομμάτια από περικεφαλαίες και άλλα αντικείμενα που μαρτυρούν την πολεμική εξάρτηση των στρατιωτών εκείνης της εποχής. Από τα κόκαλα που υπάρχουν εκεί, σκορπισμένα σε έκταση πολλών στρεμμάτων, η τοποθεσία ονομάζεται «Κοκκάλια».

Την εκστρατεία των Γαλατών στην Ελλάδα μας την διέσωσε με πολύ σαφήνεια μέσα σε λίγες σελίδες ο Παυσανίας (110 μ.Χ - 180 μ.Χ), ο οποίος συγκέντρωσε όλα εκείνα τα στοιχεία για την πορεία τους και έγραψε το μοναδικό και αθάνατο βιβλίο "Ελλάδος Περιήγησις" (ΦΩΚΙΚΑ). Από το βιβλίο αυτό, που δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση και τις σελίδες εκείνες που αναφέρονται στην εισβολή των Γαλατών στην Ελλάδα (Χ. 19 - 23), επέλεξα τα σημεία εκείνα που θα μας καταδείξουν τον δρόμο που ακολούθησαν οι Γαλάτες. (Η μετάφραση είναι του Α. Παπαθεοδώρου). 

α / Κεφ. 19 «…Δια την εκστρατείαν των Γαλατών κατά της Ελλάδος αναφέρω μερικά είς τα Αττικά μου γράφων περί του Βουλευτηρίου, ηθέλησα όμως να γράψω λεπτομερέστατα τα σχετικά με αυτούς ομιλών περί των Δελφών, διότι το μεγαλύτερον κατόρθωμα των Ελλήνων κατά των Βαρβάρων συνετελέσθη εδώ. […] Τότε λοιπόν ο Βρέννος μετά φορτικότητος προσεπάθει και εις τας κοινάς συνεδριάσεις και είς τας ιδιαιτέρας συζητήσεις μετά των επισήμων Γαλατών, να τους πείσει να εκστρατεύσουν κατά της Ελλάδος, τονίζων την αδυναμίαν των Ελλήνων κατά την στιγμήν εκείνην και ότι υπήρχον πολλά χρήματα εις τα δημόσια ταμεία, περισσότερα όμως υπήρχαν είς τα ιερά, δηλαδή άργυρος και χρυσός είς νομίσματα, έπεισε λοιπόν τους Γαλάτες να επέλθουν κατά της Ελλάδος...».
  
β/ Κεφ. 20 «…Εναντίον όμως των βαρβάρων που ήλθον από τον Ωκεανόν συνεκεντρώθησαν εις τας Θερμοπύλας οι εξής Έλληνες: 10.000 οπλίτες και 500 ιππείς Βοιωτοί, 3000 πεζοί και 500 ιππείς Φωκείς, 700 πεζοί Λοκροί, 400 οπλίτες Μεγαρείς, 7.000 οπλίτες και 790 ψιλοί Αιτωλοί, 1000 πεζοί και 500 ιππείς Αθηναίοι και όλα τα κατάλληλα προς πλούν πλοία, 500 Μακεδόνες και 500 από την Αντιόχεια της Μ. Ασίας». 

γ / Κεφ. 21 «…Αφού λοιπόν επροχώρησαν είς την Ηράκλειαν – εν τω μεταξύ είχαν μάθει από αυτομόλους πόσοι από κάθε πόλιν είχον συγκεντρωθεί είς τας Θερμοπύλας – επεριφρόνησαν τους Έλληνας και την επομένην ήρχισεν η μάχη. […] Επειδή λοιπόν οι Κέλται υπέφερον περισσότερον από όσον είναι δυνατόν να περιγραφή και επειδή εις το στενόν εκείνο μέρος δεν κατόρθωσαν μεγάλα πράγματα, έπασχαν όμως διπλάσια και τετραπλάσια κακά, οι αρχηγοί τους έδωσαν σύνθημα υποχωρήσεως είς το στρατόπεδον. Εκείνοι οπισθοχωρούντες εν μέσω συγχύσεως και χωρίς καμμίαν τάξιν, πολλοί κατεπατήθησαν μεταξύ τους και πολλοί έπεσαν μέσα εις το τέλμα και εξηφανίσθησαν κάτω από την λάσπην…». 
δ / Κεφ. 22 «…Επτά ημέρας μετά την μάχην ένας λόχος των Γαλατών επεχείρησε να αναβή είς την Οίτην προς το μέρος της Ηράκλειας και είς το μέρος αυτό επίσης μία στενή ατραπός μετά τα ερείπια της Τραχίνος ανέρχεται προς το όρος- υπεράνω της πόλεως υπήρχε τότε το ιερόν της Τραχινίδος Αθηνάς και εντός αυτού αφιερώματα. Ήλπιζον λοιπόν ότι δια της ατραπού θα ανέβαινον εις την Οίτην και ταυτοχρόνως, ως δευτερεύουσαν επιχείρησιν, θα ήρπαζον τους θησαυρούς του ιερού. Την ατραπόν εφύλαττον οι Φωκείς με τον Τελέσαρχον. Κατά την μάχην ενίκησαν μέν οι Έλληνες, εφονεύθη όμως ο Τελέσαρχος, ο προθυμότερος από κάθε άλλον δια τας Ελληνικάς υποθέσεις. Οι άλλοι αρχηγοί λοιπόν των βαρβάρων είχον κατατρομάξει από τους Έλληνας και ευρίσκοντο εις αμηχανίαν δια τα μέλοντα, διότι έβλεπαν ότι αι τωριναί επιχειρήσεις των δεν επήγαιναν καθόλου καλά, ο Βρέννος όμως εσκέφθη ότι, αν εξηνάγκαζε τους Αιτωλούς να επιστρέψουν είς την πατρίδα τους Αιτωλίαν, τότε θα του ήτο ευκολώτερος ο πόλεμος κατά των Ελλήνων. 
Απέσπασε λοιπόν από τον στρατόν του τεσσαράκοντα χιλιάδας πεζών και οκτακοσίους περίπου ιππείς και ώρισεν ως αρχηγούς αυτών τον Ορεστόριον και τον Κόμβουτιν, οι οποίοι διήλθον πάλι τας γεφύρας του Σπερχειού πρός τα οπίσω, εβάδισαν δια μέσου της Θεσσαλίας και εισέβαλαν είς την Αιτωλίαν. Ο Ορεστόριος και ο Κόμβουτις ήσαν εκείνοι οι οποίοι διέπραξαν τα μεγαλύτερα ανοσιουργήματα απ’ όσα εξ ακοής γνωρίζομεν και δεν ομοιάζουν καθόλου με άλλα τολμηρά κακουργήματα των ανθρώπων. Έσφαξαν κάθε αρσενικόν άνθρωπον, χωρίς διάκρισιν γερόντων ή νηπίων επί των μαστών των μητέρων τους, όσα έκ των νηπίων είχον γίνει παχύτερα με το γάλα, τα εφόνευον, έπιναν το αίμα τους και έτρωγαν το κρέας τους. 
Αι γυναίκες και όσαι από τάς παρθένους ήσαν είς ώραν γάμου, αι έχουσαι φιλότιμον, έσπευσαν να αυτοκτονήσουν καθ’ όν χρόνον εκυριεύετο η περιοχή. Οσας εύρον έν τη ζωή οι Γαλάται τας μεταχειρίσθησαν με παντός είδους εξευτελισμούς χρησιμοποιούντες μεγάλην βίαν, εφόσον δεν ησθάνοντο καμμίαν συμπόνιαν ή έρωτα. Όσαι γυναίκες εύρισκον τα μαχαίρια των Γαλατών, αυτοκτονούσαν με αυτά, δια δε τας άλλας δεν εβράδυνεν το μοιραίον λόγω της ασιτίας και τις αϋπνίας, διότι οι αγροίκοι βάρβαροι ασχημονούσαν επ’ αυτών συνεχώς ο ένας κατόπιν του άλλου, συνευρίσκοντο μάλιστα και με ψυχορραγούσας γυναίκας αλλά και με νεκράς ακόμη.
Οι Αιτωλοί επληροφορήθηκαν από αγγελιοφόρους διά τάς συμφοράς που τους είχαν εύρει και αμέσως εσήκωσαν τον στρατόν τους, όσον γρηγορώτερα ημπορούσαν, από τας Θερμοπύλας και έσπευσαν εις την Αιτωλίαν αποφασισμένοι να σώσουν τας μη καταληφθείσας εισέτι πόλεις. Και εις τας πατρίδας των κατετάσσοντο είς τον στρατόν οι ευρισκόμενοι εις στρατεύσιμον ηλικίαν, από όλας τας πόλεις και μαζί με αυτούς οι γέροντες, των οποίων την πολεμικήν διάθεσιν είχεν διεγείρει η κρίσιμος περίστασις. Είς την εκστρατείαν μετείχον και αι γυναίκες εθελοντικά, διότι έπνεον μένεα κατά των Γαλατών, περισσότερον και από τους άνδρας.
Οι βάρβαροι λεηλατήσαντες τας οικίας και τα ιερά, έκαψαν το Κάλλιον και ήρχισαν να επιστρέφουν από τον ίδιο δρόμον. 
[…] Οι Αιτωλοί και αι Αιτωλαί γυναίκες παρατεταγμένοι κατά μήκος όλου του δρόμου έρριχναν ακόντια κατά των βαρβάρων και επειδή οι Γαλάται δεν είχον παρά τας ασπίδας του τόπου των, ολίγα ακόντια απετύγχανον. Όταν τους κατεδίωκον, οι Αιτωλοί ευκόλως εξέφευγον και αμέσως τους εκτυπούσαν εκ νέου, μόλις εκείνοι επέστρεφον από την καταδίωξιν. Μολονότι αι συμφοραί των Καλλιέων είναι τόσο μεγάλαι, ώστε να κάμνουν και τα αναγραφόμενα εις τα Ομηρικά έπη περί Λαιστριγόνων και Κύκλωπος να μη φαίνωνται ως εκτός αληθείας, όμως η επελθούσα εκδίκησις ήτο ανταξία. Διότι από τους 40.000 βαρβάρους οι δυνηθέντες να σωθούν και να φθάσουν εις το στρατόπεδον των Θερμοπυλών ήσαν ολιγώτεροι από τους μισούς. 
Εις τους Έλληνας που ευρίσκοντο εις τας Θερμοπύλας συνέβησαν κατά την ίδιαν εποχή τα εξής: Εις το όρος Οίτη υπάρχει υπεράνω της Τραχίνος μία ατραπός, κατά το μεγαλύτερον μέρος της είς απόκρημνον τόπον και φοβερά ανηφορική. Από τον δρόμον αυτόν υπέσχοντο οι Ηρακλεώται και οι Αινιάνες να οδηγήσουν τον Βρέννον, όχι από κακόβουλον διάθεσιν κατά των Ελλήνων, αλλά επειδή ενδιαφέροντο να φύγουν οι Κελτοί εκ της χώρας των και να μην μένουν περισσότερον εκεί και καταστρέφοντες αυτήν. Τότε λοιπόν η υπόσχεσις των Αινιάνων και Ηρακλεωτών εξεσήκωσε τον Βρέννον, ο οποίος άφησεν εις τον στρατόν τον Ακιχώριον, με διαταγήν να επιτεθούν και αυτοί μόλις ο Βρέννος κυκλώση τους Έλληνας. Εξέλεξε λοιπόν τεσσαράκοντα χιλιάδας στρατού και εβάδισε δια της ατραπού. Την ημέραν εκείνην συνέβη να πέση πυκνή ομίχλη εις το όρος και εξ αιτίας τούτου ο ήλιος ήτο σκοτεινός τόσον, ώστε οι Φωκείς οι οποίοι εφρούρουν την ατραπόν δεν αντελήφθησαν τους βαρβάρους επερχομένους παρά μόνον όταν επλησίασαν. Τότε οι Γαλάται ήρχισαν την μάχην, οι Φωκείς ανθίσταντο γενναίως…». 

ε / Κεφ. 23. Κατά του Βρέννου και στρατού του αντεστάθησαν και οι Έλληνες που συγκεντώθησαν εις τους Δελφούς, αλλά και ο Θεός έδειξε κατά των βαρβάρων πολύ γρήγορα τα σημεία του που ήσαν και τα πλέον φανερώτερα από όσα γνωρίζω. Διότι ολόκληρος η έκτασις της γής που κατελάμβανεν ο στρατός των Γαλατών, ετραντάζετο από ισχυρούς σεισμούς τας περισσοτέρας ώρας της ημέρας, έπιπτον δε συνεχώς κεραυνοί και εγίνοντο βρονταί. Αυτά κατεφόβισαν τους Κελτούς και τους ημπόδιζαν να ακούουν καλώς τας διδομένας διαταγάς …» 
[…] Κατά την μάχην εφονεύθησαν πολλοί από τους Φωκείς, μεταξύ αυτών και ο Αλεξίμαχος ο οποίος κατά την μάχην αυτήν με την ακμάζουσα ηλικίαν του, με την σωματικήν του δύναμιν και με την γενναιότητα της ψυχής του, εφόνευσε τους περισσοτέρους βαρβάρους από όλους τους Έλληνες. Οι Φωκείς έκαμαν ανδριάντα του Αλεξιμάχου και τον έστειλαν εις τον Απόλλωνα των Δελφών…».
[…] Εις την Φωκίδα εφονεύθησαν κατά τας μάχας κατά τι ολιγώτεροι από έξ χιλιάδας Γαλάται, πλέον από δέκα χιλιάδας κατεστράφησαν κατά την παγεράν νύκτα και κατόπιν κατά τον πανικόν και τόσοι άλλοι εχάθησαν από την πείναν…».
[…] Ο Βρέννος είχεν ελπίδας να θεραπευθεί από τα τραύματα, λέγεται όμως ότι εκείνος επειδή εφοβείτο τους συμπολίτας του και περισσότερον από την εντροπήν του, διότι ήτο αίτιος των συμφορών που έπαθαν εις την Ελλάδα, ηυτοκτόνησε πίνων άφθονον άκρατον οίνον…». 

Σύμφωνα με την παραπάνω ιστορική περιγραφή του Παυσανία, που είναι η αυθεντική πηγή της βιβλιογραφίας, σχετικά με την εκστρατεία των Γαλατών στην Ελλάδα και τα πεδία των μαχών, προκύπτει σαφώς ότι τέσσερες (4) ήταν οι κυριότερες συγκρούσεις των Ελλήνων με τους Γαλάτες ήτοι:  
1. Η πρώτη μεγάλη μάχη έγινε μέσα στο έλος του Σπερχειού ποταμού, μεταξύ των Θερμοπυλών και της Ηράκλειας. Στη μάχη αυτή συμμετείχαν όλες οι Ελληνικές δυνάμεις (26.000 περίπου), εκ των οποίων οι 7.790 ήταν Αιτωλοί. 
  
2.  Η δεύτερη μάχη έγινε επτά ημέρες μετά, πάνω από τα ερείπια της αρχαίας πόλης Τραχίνας, όταν ένας λόχος των Γαλατών προσπάθησε να ανέβει το όρος Οίτη, από ένα στενό μονοπάτι που φυλάσσετο από τους Φωκείς με αρχηγό τον Τελέσαρχον.
3. Η τρίτη μάχη έγινε κοντά στους Δελφούς, όπου έλαβε μέρος και ο αρχηγός των Γαλατών Βρέννος με 40.000 στρατό. Είχαν φθάσει εκεί από ένα στενό μονοπάτι της Οίτης, το οποίο φυλάσσετο μεν από τους Φωκείς, αλλά λόγω της ομίχλης δεν αντελήφθησαν εγκαίρως τους Γαλάτες και αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν την ατραπό. Η μεγάλη μάχη των Ελλήνων με τους Γαλάτες έγινε κοντά στους Δελφούς, κάτω από τα απότομα μέρη του Παρνασσού. Και στη μάχη αυτή ο κύριος στρατός των Ελλήνων ήταν Φωκείς, με τον μεγάλο ήρωά τους τον Αλεξίμαχο. Οι Έλληνες στη μάχη αυτή είχαν σύμμαχο τον Θεό αφού κατά την διάρκεια του πολέμου έγινε μεγάλος σεισμός και ολόκληροι βράχοι κατρακυλούσαν από τον Παρνασσό και μαζί με την κακοκαιρία που επικρατούσε οι Γαλάτες έπαθαν παράκρουση και εν συνεχεία μεγάλη πανωλεθρία και άρχισαν να αποχωρούν, για να φθάσουν στο στρατόπεδο τους στην Ηράκλεια. Ο ίδιος ο Βρέννος τραυματισμένος, δεν άντεξε την, μεγάλη καταστροφή που έπαθε ο στρατός του και αυτοκτόνησε. Σύμφωνα με τον Παυσανία (Χ. 23): «…Εις την Φωκίδα εφονεύθησαν κατά τι ολιγώτεροι από έξ χιλιάδας Γαλάται, πλέον από δέκα χιλιάδας κατεστράφησαν κατά την παγεράν νύκτα και κατόπιν κατά τον πανικόν και άλλοι τόσοι εχάθησαν από την πείναν»].

4. Και τέλος η τέταρτη μάχη, που είχε και τους περισσότερους νεκρούς Γαλάτες (22.000 περίπου), έγινε στα «Κοκκάλια», κατά μήκος του αρχαίου δρόμου Ράχες Τυμφρηστού – Οξυάς (πάνω από τα σημερινά χωριά Πουγκάκια και Παλαιοχώρι). Συγκεκριμένα, όταν οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν πήγαιναν καλά για τους Γαλάτες ο αρχηγός τους ο Βρέννος σκέφθηκε να δημιουργήσει ένα κυκλωτικό μέτωπο, προκειμένου να διασπάσει και να εξασθενήσει τις Ελληνικές δυνάμεις. Γι'αυτό, διέταξε τον Ορεστόριον και τον Κόμβουτιν, με 40.000 πεζικό και 800 ιππείς, να περάσουν πίσω τις γέφυρες του Σπερχειού και να ακολουθήσουν τον αρχαίο δρόμο (Ράχες Τυμφρηστού, Οξυά, Κάλλιο, Δελφοί), ώστε να βρεθούν πίσω από την Οίτη στους Δελφούς. Με το σχέδιο αυτό θα εξανάγκαζε τους 7.790 Αιτωλούς, που ήταν στις Θερμοπύλες, να επιστρέψουν στην πατρίδα τους την Αιτωλία και τότε θα αντιμετώπιζε με μεγαλύτερη ευκολία τον υπόλοιπο στρατό των Ελλήνων [«Απέσπασε λοιπόν από τον στρατόν του τεσσαράκοντα χιλιάδες πεζών και οκτακόσιους περίπου ιππείς και ώρισεν ως αρχηγούς αυτών τον Ορεστόριον και τον Κόμβουτιν, οι οποίοι διήλθον πάλιν τας γεφύρας του Σπερχειού προς τα οπίσω, εβάδισαν δια μέσου της Θεσσαλίας (σημερινής Φθιώτιδας) και εισέβαλαν εις την Αιτωλίαν (σημερινή Ευρυτανία)…» (Παυσ. Χ.22)].

[ Όπως είναι γνωστό το μεγαλύτερο μέρος των Αιτωλών, σε έκταση και πληθυσμό το αποτελούσαν οι Ευρυτάνες. Η πληροφορία αυτή μας παρέχεται από τον Θουκυδίδη, από τον οποίο επίσης γνωρίζουμε ότι την Αιτωλία την αποτελούσαν οι Αποδοτοί, οι Οφιονοίς και οι Ευρυτάνες. Όσον αφορά τα όρια των Αιτωλών και Αινιάνων ήταν τα ίδια με τα σημερινά όρια Ευρυτανίας και Φθιώτιδας. Δηλαδή η κορυφογραμμή από τις Ράχες Τυμφρηστού μέχρι τα όρη Οξυά και Βαρδούσια (κατά μήκος του αρχαίου δρόμου, Ράχες Τυμφρηστού - Οξυά - Κάλλιο - Μαντείο των Δελφών). Το 279 π.Χ ολόκληρη η περιοχή της σημερινής Δυτικής Φθιώτιδας, που τότε κατοικούσαν οι Αινιάνες, ονομαζόταν "Επίκτητος Αιτωλία" και οι κάτοικοι - Αινιάνες περιελαμβάνοντο στην "Αιτωλική Συμπολιτεία ή Αιτωλικό Κοινό". Αυτό προκύπτει από χρονολογία επιγραφής (Συλλογή Collitz 1431), που αναφέρει ο Ιωάννης Γ. Βορτσέλας στο βιβλίο του "Φθιώτις 1907", σελ. 86: "... Η χρονολογία της επιγραφής ταύτης δύναται χρονολογικώς να ταχθή πρό του 280 π.Χ του έτους δηλονότι καθ' ό οι Αινιάνες προσεχώρησαν εις το Κοινόν των Αιτωλών ...". Επίσης, ο Γεώργιος Σωτηριάδης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1912 και έφορος αρχαιοτήτων, στο βιβλίο του αναφέρει: "... Η περί την Υπάτην χώρα ανήκεν εις τους Αινιάνας, οίτινες τότε, περί τα 279, περιελαμβάνοντο πλέον εις το Αιτωλικόν κοινόν..."Συνεπώς κατά την περίοδο του πολέμου υπήρχε κοινός στρατός μεταξύ των Αιτωλών και των Αινιάνων, οι δε κατηγορίες σε βάρος των Αινιάνων ότι δηλαδή οδήγησαν τους Γαλάτες στην "Ανοπαία ατραπό" από την οποία εν συνεχεία θα κατευθύνονταν στους Δελφούς, προέρχονταν κυρίως από τους άσπονδους εχθρούς τους Φωκείς, αλλά και από τους συμμάχους τους Σπαρτιάτες. Οι Αινιάνες έτρεφαν θανάσιμο μίσος κατά των Σπαρτιατών επειδή συμμάχησαν με τους Φωκείς για να κυριαρχήσουν στο Μαντείο των Δελφών, αλλά και επειδή το 427 π.Χ μετά την διαμάχη τους με τους Μαλιείς, για την πόλη "Τραχίνα", οι Σπαρτιάτες εποίκισαν την πόλη την ανοικοδόμησαν και της έδωσαν νέο όνομα "Ηράκλεια". Συνεπώς οι Αινιάνες με τους Ηρακλειώτες ήταν άσπονδοι εχθροί και δεν ήταν δυνατόν να συμμαχήσουν και να προσφέρουν βοήθεια στους Γαλάτες. Αν υπήρξε βοήθεια προς τους Γαλάτες υπήρξε μόνο από μέρους των Ηρακλειωτών, όταν υποχρεώθηκαν να ξαναχτίσουν τις γέφυρες του Σπερχειού, κάτι που έκαναν με μεγάλη προθυμία προκειμένου να απαλλαγούν όσο το δυνατόν ταχύτερα από την παρουσία των Γαλατών στην περιοχή τους. Άλλωστε η μάχη στον ποταμό Σπερχειό έγινε σε περιοχή των Ηρακλειωτών, κοντά στην πόλη Ηράκλεια και όχι σε περιοχή των Αινιάνων, οι οποίοι όπως είναι γνωστό κατοικούσαν στην ορεινή περιοχή και κυρίως από τις πλαγιές του Ίναχου μέχρι και τις πηγές του Σπερχειού στις παρυφές του Τυμφρηστού ]

Οι Γαλάτες πέρασαν τις γέφυρες του Σπερχειού προς τα πίσω, βάδισαν την Θεσσαλία (σημερινή Φθιώτιδα) Νότια του Δομοκού και στροφή Δυτικά μέχρι την κορυφογραμμή και έτσι εύκολα βρέθηκαν στην Αιτωλία, την σημερινή Ευρυτανία. Στη συνέχεια ακολούθησαν Νότια τον αρχαίο δρόμο που υπήρχε εκεί και από τη Ράχη Τυμφρηστού – Οξυά έφθασαν μέχρι το "Κάλλιο", με τελικό στόχο το Μαντείο των Δελφών (Βλ. Συν. Χάρτη με τον αρχαίο δρόμο και την πορεία των Γαλατών). Κατά την πορεία, η οποία πρέπει να είχε διάρκεια αρκετών ημερών, προκάλεσαν την απερίγραπτη φρίκη, με τα μεγαλύτερα ανοσιουργήματα που διέπραξαν στον άμαχο πληθυσμό και ειδικότερα στα μικρά παιδιά και τις γυναίκες, όπως διηγείται ο Παυσανίας και αναφέρθηκαν λεπτομερώς παραπάνω. Οι Αιτωλοί στρατιώτες που βρίσκονταν στις Θερμοπύλες, όταν πληροφορήθηκαν από αγγελιοφόρους, τα εγκλήματα και τις καταστροφές που προξενούσαν οι Γαλάτες στην Αιτωλία, έσπευσαν αμέσως στην πατρίδα τους. Κήρυξαν γενική επιστράτευση και ξεσήκωσαν όλους τους κατοίκους που μπορούσαν να κρατήσουν στα χέρια τους τσεκούρια, μαχαίρια, ακόντια, ρόπαλα, αξίνες κ.λ.π, για να αντιμετωπίσουν τους βαρβάρους και αιμοβόρους Γαλάτες. [«…Κατετάσσοντο είς τον στρατόν οι ευρισκόμενοι εις στρατεύσιμον ηλικίαν και μαζί με αυτούς οι γέροντες […] Εις την εκστρατείαν μετείχον και αι γυναίκες εθελοντικά, διότι έπνεον μένεα κατά των Γαλατών περισσότερο και από τους άνδρας…» (Παυσ. Χ. 22)]

Οι Γαλάτες, με αρχηγούς τους τον Ορεστόριον και τον Κόμβουτιν, όταν έφθασαν στο "Κάλλιο" συνάντησαν αντίσταση από τους Αιτωλούς, που εν τω μεταξύ είχαν φθάσει από τις Θερμοπύλες, καθώς και από ένα μικρό τμήμα Πατρινών που ήλθαν προς βοήθεια των Αιτωλών. Τότε οι Γαλάτες, αφού λεηλάτησαν και έκαψαν το "Κάλλιο", οπισθοχώρησαν και έκαναν το μοιραίο λάθος να επιστρέψουν από τον ίδιο δρόμο (αντίστροφα), από το Κάλλιο προς την Οξυά - Ράχη Τυμφρηστού, για να φθάσουν εν συνεχεία στο στρατόπεδο τους στην Ηράκλεια κοντά στις Θερμοπύλες [«…λεηλατήσαντες τας οικίας και τα ιερά, έκαψαν το Κάλλιο και ήρχισαν να επιστρέφουν από τον ίδιο δρόμον…» (Παυσ. Χ.22)]. Στην επιστροφή όμως σε ένα τμήμα του αρχαίου δρόμου, που σήμερα ονομάζεται «Κοκκάλια», τους περίμενε ένα πλήθος μανιασμένων αμάχων πολιτών, με περισσότερο μανιασμένες τις γυναίκες, γιατί αυτές υπέστησαν τους πιο μεγάλους εξευτελισμούς. [«…Οι Αιτωλοί και αι Αιτωλαί γυναίκες παρατεταγμένοι κατά μήκος όλου του δρόμου έρριχναν ακόντια κατά των βαρβάρων και επειδή οι Γαλάται δεν είχον παρά μόνο τας ασπίδας του τόπου των, ολίγα ακόντια αποτύγχανον. Όταν τους κατεδίωκον, οι Αιτωλοί ευκόλως εξέφευγον και αμέσως τους εκτυπούσαν εκ νέου […] Διότι από τους 40.800 βαρβάρους οι δυνηθέντες να σωθούν και να φθάσουν εις το στρατόπεδον των Θερμοπυλών ήσαν ολιγώτεροι από τους μισούς…» (Παυσ. Χ 22)]. Ο Παυσανίας - ίσως σκόπιμα - δεν αναφέρει τον αριθμό των νεκρών Ελλήνων. Πρέπει όμως να θεωρήσουμε βέβαιο πώς δεν έφθασαν τον αριθμό των Γαλατών, διότι επρόκειτο για πολύ λιγότερο σε αριθμό άμαχο πληθυσμό (παιδιά που ευρίσκονταν σε στρατεύσιμη ηλικία, γέροντες και γυναίκες), κατοίκων της γύρω από τα «Κοκκάλια» περιοχής. 

Οι διασωθέντες Γαλάτες απέδωσαν την ήττα τους στους «Γκαρντίστ», που σημαίνει στα Ελληνικά «Εθνοφύλακες», δηλαδή το στρατιωτικό σώμα που συγκροτείται από απλούς πολίτες, για την ασφάλεια της περιοχής από εσωτερικό ή εξωτερικό κίνδυνο. Ίχνη αυτής της Εθνοφυλακής – Εθνοφρουράς, είναι και οι εναπομείναντες λαξευμένοι λιθόπλινθοι (1,50 μήκος, 0,60 ύψος, 0,60 πλάτος) που είναι υπολείμματα αρχαίου οχυρωματικού τείχους και βρίσκονται σήμερα στο «Γαρδίκι Ομιλαίων», που απέχει 5 - 6 χιλιόμετρα από το πεδίο της μάχης στα «Κοκκάλια»Στην περιοχή αυτή υπήρχαν στην αρχαιότητα οικισμοί μικροί σε πληθυσμό και επειδή δεν διέθεταν τις προϋποθέσεις για την εκλογή αντιπροσώπου, στο "Κοινό των Αινιάνων" αρχικώς και εν συνεχεία στο "Κοινό των Αιτωλών" (Αιτωλική Συμπολιτεία), συνενώθηκαν σε Όμιλο και εξέλεγαν από κοινού τους αντιπροσώπους τους. Σύμφωνα με τους αρχαίους Χάρτες (Βλ. Σελίδα Χάρτες), στην περιοχή αυτή όπου σήμερα βρίσκονται τα Πουγκάκια, το Παλαιοχώρι και το Γαρδίκι Ομιλαίων, απεικονίζεται η αρχαία πόλη "Όμιλαι" (ή όμιλος των μικρών οικισμών). Αυτή η αρχαία πόλη "Όμιλαι" (η Όμιλος των μικρών οικισμών), για την προστασία της από τους εξωτερικούς εχθρούς, είχε καλή οχύρωση με οχυρωματικό τείχος και ενδιάμεσους πύργους, όπου κατεύφευγαν εκεί οι κάτοικοι σε στιγμές κινδύνου. Το όνομα «Γκαρντίστ» = Γαρδίκι, σύμφωνα με το μεγάλο Γερμανικό λεξικό DUDEN, προέρχεται από τις αρχαίες Γερμανικές λέξεις: «Γκάρντ» = Φρουρός – Εθνοφρουρός και «Γκάρντα» = Εθνοφρουρά – Εθνοφυλακή, Τιμητική Φρουρά. Συνεπώς  Γαρδίκι Ομιλαίων = Φρουρά της πόλης Όμιλαι (ή του ομίλου των οικισμών).   

Επίσης οι διασωθέντες Γαλάτες, που κατόρθωσαν να φθάσουν μέχρι το στρατόπεδό τους κοντά στις Θερμοπύλες, ετράπησαν σε φυγή και με νέο αρχηγό τους τον Κομοντόριον, δια μέσου της Θεσσαλίας και Μακεδονίας έφθασαν μέχρι τη Θράκη. Εκεί μαζί με άλλα στίφη Γαλατών, που εν τω μεταξύ είχαν καταφθάσει προς βοήθειά τους, ίδρυσαν δικό τους Βασίλειο το οποίο ονόμασαν «Τύλη». Το βασίλειο αυτό, που πρώτος βασιλεύς υπήρξε ο Κομοντόριος, διήρκεσε 60 περίπου έτη. Μετά επαναστάτησαν οι Θράκες και ανέκτησαν την αυτονομία τους. Οι Γαλάτες κυνηγημένοι από τους Θράκες πέρασαν στη Μ. Ασία, στην περιοχή μεταξύ, Καππαδοκίας, Παφλαγονίας, Βιθυνίας και Φρυγίας, όπου εγκαταστάθηκαν οριστικώς και ονόμασαν την περιοχή αυτή «Γαλατία»[Αργότερα θα συναντήσουμε τους «Γαλάτες» αυτούς στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, τις οποίες είχε στείλει σε κατοίκους διαφόρων περιοχών μεταξύ των οποίων ήταν και οι Γαλάτες αυτής της περιοχής και όχι οι Γαλάτες της ομώνυμης περιοχής της Δυτικής Ευρώπης. (Επιστολές Αποστόλου Παύλου προς: Γαλάτες, Ρωμαίους, Εβραίους, Κορινθίους, Θεσσαλονικείς, Φιλιππησίους, Κολοσσαείς, Εφεσίους κ. ά)]

Ο Κων/νος  Παπαρρηγόπουλος στην “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους” αναφέρει: «…Τα στίφη αυτά, κατόπιν των οποίων επήλθον εις την μικράν Ασίαν και άλλοι πολλοί Γαλάται, διετέλεσαν επί μακρόν λεηλατούντα διαφόρους χώρας της χερσονήσου. Έπειτα δε κατεστάθησαν οριστικώς εις την μεταξύ Καπαδοκίας, Παφλαγονίας, Βιθυνίας, Φρυγίας χώραν, την απ’ αυτών κληθείσαν Γαλατίαν. Τοιούτο τέλος έλαβεν η επιδρομή των Γαλατών, οίτινες υπήρξαν οι πρώτοι από δυσμών και Βορρά βάρβαροι, οι τας Ελληνικάς χώρας επισκεφθένες…».  

Η μάχη που έγινε το 279 π.Χ στα «Κοκκάλια», είναι μία μάχη από τις μεγαλύτερες της πατρίδος μας, εφάμιλλη του Μαραθώνα, των Θερμοπυλών, των Δερβενακίων, της Αλαμάνας και τόσων άλλων που ήταν καθοριστικές για το μέλλον της πατρίδος μας. Άν οι Γαλάτες έφθαναν στον προορισμό τους νικητές και τροπαιούχοι, τίποτα δεν θα μπορούσε να τους σταματήσει από το να νικήσουν και τις υπόλοιπες Ελληνικές δυνάμεις και να φθάσουν στη συνέχεια μέχρι την Αθήνα και την Πελοπόννησο και να εγκατασταθούν μόνιμα. Διότι οι Γαλάτες εισβάλλοντας στην Ελλάδα είχαν σκοπό όχι μόνο να τη λεηλατήσουν αλλά και να την αποικίσουν. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι πήραν μαζί τους τις γυναίκες και τα παιδιά τους με σκοπό να βρούνε νέες εστίες και να εγκατασταθούν μόνιμα σε αυτές. Στην άποψη αυτή συνηγορεί και το γεγονός ότι οι επιζήσαντες Γαλάτες δημιούργησαν αρχικά Βασίλειο στη Θράκη, το οποίο ονόμασαν Τύλη και στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία και παρέμειναν εκεί για αρκετούς αιώνες ως μία αυτοτελής εθνική ομάδα με την ονομασία Γαλάτες. Για τον λόγο αυτό η μάχη των «Κοκκαλίων», δεν ήταν απλώς μία νίκη των Ελλήνων, αλλά ήταν η σωτηρία όλης της Ελλάδος. Δεν ήταν απλώς μία ήττα των Γαλατών, αλλά η συντριβή τους και η οριστική τους διάλυση. Δυστυχώς οι νεότεροι ιστορικοί, την μάχη των «Κοκκαλίων» δεν την αναφέρουν καθόλου και ούτε καν διδάσκεται στα σχολεία.

Ο Κων/νος Παπαρρηγόπουλος στην “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους” αναφέρει τα εξής: «…Ενταύθα όμως οι Γαλάται, περιπεσόντες εις πόλεμον ορεινόν, δεν ηδυνήθησαν να επιτύχωσι του σκοπού των και αφού έπαθον ζημίας μεγάλας, είδον δε πεσόντα και αυτόν τον ηγεμόνα αυτών, Βρέννον, ετράπησαν είς φυγήν και ανέκαμψαν υπό ηγεμόνα τον Κομοντόριον, δια Θεσσαλίας και Μακεδονίας είς Θράκην, αδιακόπως πολεμούμενοι υφ’ όλων των λαών τους οποίους πρό μικρού ελεηλάτησαν…». 

Ο Γεώργιος Σωτηριάδης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1912 και έφορος αρχαιοτήτων, έκανε πολλές ανασκαφές στην περιοχή του Θέρμου Αιτωλίας και ερεύνησε την γύρω περιοχή, καθώς και την περιοχή των «Κοκκαλίων», στο βιβλίο του αναφέρει: «…Ότι την δια της Οξυάς οδόν ηκολούθησαν, θεωρώ αναμφισβήτητον. Είς αυτήν αφήκαν οι Γαλάται αναμφίβολα τα σημεία της καταστροφής, την οποίαν κατά την μαρτυρίαν του Παυσανίου υπέστησαν. Ενταύθα έχομεν το πεδίον της μάχης, είς την οποίαν η καταστροφή αύτη συνετελέσθη […] Επί του πεδίου της μάχης, είς έν εκ των υψωμάτων, σώζωνται λείψανα κτιρίου, τα οποία πιθανών προέρχονται έξ οχυρωτικού τινός πύργου, όμοιοι του οποίου και αλλαχού σώζονται είς ομοίας θέσεις ή εκ τροπαίου τινός εις ανάμνησιν του ενδόξου των Αιτωλών κατορθώματος…».  

Η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Π. Δρανδάκη, Τ. Β., σελ. 897-899, αναφέρει: «…το πεδίον της μάχης ή ακριβέστερον της δικαίας τιμωρίας των θηριωδών Γαλατών έχομεν βέβαιον είς τα «Κοκκάλια» […] πιθανώς ωνομάζετο υπό των αρχαίων Καλλίδρομον…». 

Η Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, Τ.. 21. σελ. 193. λ. Ευρυτανία αναφέρει: «…Από τα αξιοσημείωτα γεγονότα είναι η άμυνα και επίθεση των Ευρυτάνων και Αιτωλών το 279 π.Χ, κατά των αιμοβόρων Γαλατών επιδρομέων του Βρέννου, στους οποίους προξένησαν μεγάλη φθορά στη θέση «Κοκκάλια» της Ράχης Λάσπης (Αγ. Νικόλαος) - Κρικέλλου…». 

Ο Ιωάννης Βορτσέλας, καθηγητής φιλόλογος και συγγραφέας του έργου «Φθιώτις», ενός σπάνιου βιβλίου, πλούσιο σε περιεχόμενο, με δυσεύρετα και πολύτιμα στοιχεία, που εκδόθηκε το 1907 αναφέρει: «…επι του ζυγού του ενούντος τον Τυμφρηστόν και την Οξυάν, υπάρχει τοποθεσία ονομαζομένη «Κοκκάλια». Ενταύθα εκθάπτονται συχνά υπό του αρότρου οστά και τεμάχια περικεφαλαιών, όπλων κ.λ.π (Αρχαιολογική Εφημερίδα Αθηνών 1839). Ενταύθα κατεστράφησαν οι Γαλάται υπό των Αιτωλών, επανερχόμενοι εκ Καλλίου ως συνάγεται εκ της αυτόθι ανευρεθείσης επιγραφής «Βασιλέα Πύρρον βασιλέως Αιακίδα πόλις Καλλιπολιτών αρετής ένεκεν και ευεργεσίας της εις αυτήν…». 

Ο Μάρκος Γκιόλιας ιστορικός ερευνητής, στο βιβλίο του “Ιστορία των αρχαίων Ευρυτάνων”, αναφέρει: «…Στη θέση «Κοκκάλια» στο πεδίο της μάχης διατηρούντο μέχρι το 1838, τα λιθοδομικά ερείπια αρχαίου οχυρωματικού πύργου ή τροπαίου που στήθηκε εκεί, ενώ το μέρος ήταν κατάσπαρτο από πολυάριθμα ανθρώπινα οστά, ζυμωμένα κυριολεκτικά με το χώμα. Επίσης βρέθηκαν θραύσματα σιδερένιων όπλων και ένα ξίφος, τεμάχια από ακόντια και μαχαίρια, καθώς και νομίσματα…». 

Ανεξάρτητα από τις ιστορικές μαρτυρίες που έχουμε, είναι αυτονόητο και πρέπει να το θεωρήσουμε βέβαιο, ότι οι πρόγονοί μας που σώθηκαν από τους βαρβάρους και ανθρωποφάγους Γαλάτες, έστησαν «Μνημείο» στον τόπο αυτό αναγνωρίζοντας την μεγάλη προσφορά των θυσιασθέντων, πάνω στη θυσία των οποίων θεμελίωσε την πορεία του το Έθνος μας μέχρι σήμερα.  Αυτό προκύπτει και από την πολύ κατατοπιστική ιστορική περιγραφή των γεγονότων από τον Παυσανία (Χ. 16, 4): «…τον ανδριάντα του στρατηγού των Αιτωλών Ευρυδάμου, ηγηθέντος του στρατού κατά των Γαλατών, ανέθεσαν οι Αιτωλοί…». Επίσης πάλι από το Παυσανία (Χ. 18, 7) «…οι Αιτωλοί κατασκεύασαν τρόπαιον και αδριάντα ωπλισμένης γυναικός, που συμβολίζει την Αιτωλίαν…». 

Αλλά και ο καθηγητής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γεώργιος Σωτηριάδης, στο βιβλίο του μεταξύ άλλων αναφέρει: «…Επί του πεδίου της μάχης, είς εν εκ των υψωμάτων σώζονται λείψανα κτιρίου, τα οποία πιθανόν προέρχονται εξ’ οχυρωματικού τινός πύργου ή ίσως και εκ τροπαίου τινός είς ανάμνησιν του ενδόξου των Αιτωλών κατορθώματος…». 

Δυστυχώς, τα λιθοδομικά λείψανα του Μνημείου και οι οχυρωματικοί πύργοι που υπήρχαν στη θέση αυτή και διατηρούντο μέχρι τα χρόνια της Γερμανικής κατοχής και έν συνεχεία του εμφυλίου πολέμου, χρησιμοποιήθηκαν ως πολυβολία από τις αντάρτικες ομάδες της αντίστασης και ισοπεδόθηκαν από τους όλμους των Γερμανικών αεροπλάνων αρχικώς και εν συνεχεία κατά τον εμφύλιο, από τους όλμους του Ελληνικού Στρατού. 
Το 1989, οι Εκπολιτιστικοί Σύλλογοι των Ευρυτάνων και ειδικότερα των Κρικελλιωτών έστησαν Μνημείο, με έμβλημά του από το Αιτωλικό χρυσό νόμισμα, γυναίκα με κοντάρι και άσπίδα να κάθεται πάνω σε σωρό Γαλατικών ασπίδων. Το επίγραμμα επί του Μνημείου είναι: «279 π.Χ ΠΡΟΜΑΧΟΥΝΩΝ ΑΙΤΩΛΩΝ – ΕΥΡΥΤΑΝΩΝ ΣΥΝΕΤΡΙΒΗΣΑΝ ΟΙ ΓΑΛΑΤΕΣ ΚΑΤΑ ΚΡΑΤΟΣ». Το Μνημείο όμως αυτό δεν έγινε στο ακριβές σημείο του πεδίου της μάχης, αλλά 5 - 6 χιλιόμετρα πιο μακριά και σε χαμηλότερο υψόμετρο προφανώς για λόγους εύκολης πρόσβασης. Την θέση αυτή ο επίσημος Χάρτης της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού την ονομάζει «Καλογεροστάνη» (Υψ. 1431), από τα λιθοδομικά ερείπια κτίσματος (οικίας ή στάνης) που υπάρχουν εκεί πλησίον. Πρόκειται σαφέστατα περί άλλης θέσης, διότι το ακριβές σημείο της μάχης, είναι αυτό που εμφανίζει ο επίσημος χάρτης της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, δηλαδή στην κορυφή του υψώματος (Υψ. 1720) και την οποία θέση ονομάζει «Κοκκάλια» ( Βλ. Συν. Χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού).

Η θέση «Κοκκάλια» (πεδίο της μάχης του 279 π.Χ), βρίσκεται στα όρια των Νομών Φθιώτιδος και Ευρυτανίας, πάνω από τους σημερινούς οικισμούς Πουγκάκια και Παλαιοχώρι Τυμφρηστού (Ομιλαίων) Φθιώτιδος. Για τον λόγο αυτό, όπως πληροφορούμαι, οι Εκπολιτιστικοί Σύλλογοι των χωριών αυτών σε συνεργασία με την «Κίνηση Πολιτών Δυτικής Φθιώτιδας», πρόκειται να ανεγείρουν Μνημείο στην ακριβή θέση του πεδίου της μάχης, επικαλούμενοι τόσο τους επίσημους Χάρτες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, όσο και τα διάσπαρτα ανθρώπινα κόκαλα που υπάρχουν εκεί. 

Όσον αφορά την αρχαία πόλη "Κάλλιο", οι πληροφορίες που υπάρχουν είναι ελάχιστες και στηρίζονται σε αρχαίους Χάρτες και φιλολογικά κείμενα. Για την ταυτότητα της τοποθεσίας του αρχαίου "Καλλίου" οι ιστορικοί διαφωνούν. Ο Ιωάννης Βορτσέλας την τοποθετεί στη θέση του νεότερου χωριού Βελούχοβο της Φωκίδας (σήμερα καλυμμένου με τα νερά του φράγματος του Μόρνου). Ο καθηγητής αρχαιολογίας Γεώργιος Σωτηριάδης υποστηρίζει την ίδια άποψη, όπως και ο Γουντχάουζ και Ντιτενβέργκερ. Η εμπεριστατωμένη διατριβή του αρχαιολόγου Πάντου Α. Πάντου, με πειστικά ανασκαφικά ιστορικά και επιγραφικά δεδομένα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ή αρχαία πόλη "Κάλλιο ή Καλλίπολη" ήταν το Βελούχοβο της Δωρίδας. Κατά τον Δημήτριο Αινιάνα το "Κάλλιο" βρισκόταν επάνω στην Οίτη και συγκεκριμένα στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού χωριού Μάρμαρα (μέχρι το 1928 Σέλλιανη) Φθιώτιδος. Στην περιοχή αυτή υπάρχουν λείψανα οχυρωματικού τείχους από τα οποία προέκυψε και η νέα ονομασία του χωριού "Μάρμαρα". Το 1835, όταν σχηματίσθηκαν οι Δήμοι της Ελλάδος, ο "Δήμος Καλλιέων" ευρίσκετο σ'αυτή την περιοχή και έδρα του Δήμου ήταν η "Σέλλιανη" (σημερινά Μάρμαρα). Επίσης, οι αρχαίοι Χάρτες (1789 & 1850) (Βλ. Σελ. Χάρτες) απεικονίζουν το "Κάλλιο" στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού χωριού Μάρμαρα (μέχρι το 1928 Σέλλιανη). Όμως ο Ευρυτάνας ερευνητής Δημήτριος Φαλλής υποστηρίζει σθεναρά (παρά την αντίθεση των περισσότερων αρχαιολόγων), την ταύτιση του "Καλλίου" με το "Κλαυσί" (Κλαψί) της Ευρυτανίας, όνομα που πήρε η αρχαία πόλη μετά τους κλαυθμούς και τους κοπετούς της καταστροφής της από τους Γαλάτες. Η διενέργεια συστηματικών ανασκαφών στο "Κλαυσί" (Κλαψί) και την ευρύτερη περιοχή, θα αποδείξει την όποια αλήθεια της εκδοχής.                     

[ Βλ. Συν. 1/. Χάρτη (1850), με την πορεία των Γαλατών προς το  Κάλλιο. 2/. Χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, με την ακριβή θέση «Κοκκάλια». 3/. Πανοραμική Φωτογραφία της περιοχής, με την πορεία του αρχαίου δρόμου και τη θέση «Κοκκάλια». 4/. Ευρήματα από το πεδίο της μάχης (Σιδερένιες φυλλόσχημες αιχμές δοράτων, θρυμματισμένα κόκαλα και ένας αμφίστομος πέλεκυς, επιθετικό όπλο εκείνης της περιόδου). 5/. Υπ΄αρίθ' 4988/ 1 - 11 - 2007  έγγραφο της Αρχ. Υπηρ. Λαμίας ]
Έρευνα - Επιμέλεια κειμένου : ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  Ν. ΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ 





Πανοραμική Φωτογραφία που απεικονίζει: 1/. Την κορυφογραμμή Ράχη Τυμφρηστού - "Κοκκάλια" - Οξυά, απ' όπου διερχόταν ο αρχαίος δρόμος που συνέδεε την Ήπειρο και την Θεσσαλία με την Νότια Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Το δρόμο αυτό ακολούθησαν οι Γαλάτες προκειμένου να παρακάμψουν τον Σπερχειό ποταμό και να βρεθούν στο Μαντείο των Δελφών. 2/. Τους σημερινούς οικισμούς: Πουγκάκια, Παλαιοχώρι & Γαρδίκι Ομιλαίων Φθιώτιδος (στην ίδια περιοχή όπου, σύμφωνα με τους αρχαίους Χάρτες, ευρίσκετο η αρχαία πόλη των Αινιάνων Όμιλαι, (ή όμιλος μικρών οικισμών). 3/. Λείψανα του οχυρωματικού τείχους και της Φρουράς της αρχαίας πόλης των Αινιάνων Όμιλαι (ή του ομίλου των οικισμών). Garda = Φρουρά - Εθνοφρουρά, Gardist = Φρουρός - Εθνοφρουρός, Γαρδίκι Ομιλαίων = Φρουρός - Εθνοφρουρός της πόλης  Όμιλαι (ή του ομίλου των οικισμών) Βλ. Σελίδα Χάρτες.
Σιδερένιες φυλλόσχημες αιχμές δοράτων. Μήκος 0,28 μ και 0,20 μ. Επιθετικά όπλα της κλασικής περιόδου. Βρέθηκαν στα «Κοκκάλια» στο πεδίο της μάχης, από τον Δημ. Φαλλή και Δημ. Πανάρα, την 16/10/88 και παραδόθηκαν στην ΙΔ΄ Εφορεία Αρχαιοτήτων Λαμίας.

Αμφίστομος πέλεκυς (τσεκούρι), βρέθηκε στα «Κοκκάλια» στο πεδίο της μάχης από τον Κ. Δημόπουλο το 1993 και παραδόθηκε στη ΙΔ΄Εφορεία Αρχαιοτήτων Λαμίας.
Μια χούφτα θρυμματισμένα κόκαλα, τα οποία ευρέθησαν το 1993 στον τόπο συντριβής των Γαλατών το 279 π.Χ  στα «Κοκκάλια» και παραδόθηκαν στη ΙΔ΄ Εφορεία Αρχαιοτήτων Λαμίας.