Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Eλλάδα και ρωσο-τουρκικοί πόλεμοι - ποιοί ήταν αναλυτικά και πως επηρέασαν την Ελλάδα


του Γιάννη Παπαδάτου

ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ άραγε στο ξεκίνημα του πρώτου ρωσο-τουρκικού πολέμου του 21ου αιώνα; 

Από τους δώδεκα(!) πάντως ρωσο-τουρκικούς πολέμους που έγιναν μεταξύ 16ου και 20ού αιώνα, η Ελλάδα επηρεάστηκε τουλάχιστον στους μισούς, άλλοτε με θετικό κι άλλοτε με αρνητικό τρόπο.

Ποιος δεν θυμάται από το σχολείο τα άτυχα επαναστατικά κινήματα του 1770 και του 1790, όταν το «ξανθό γένος» έσπειρε στο σπόρο της ελπίδας στους σκλαβωμένους Ελληνες, για να τους εγκαταλείψει στο έλεος των Οθωμανών. 

Νικήτρια και στις δύο περιπτώσεις βγήκε η τσαρική αυτοκρατορία, πετυχαίνοντας σημαντικές παραχωρήσεις από την πλευρά της Υψηλής Πύλης, που ευνόησαν τους Ελληνες εμπόρους και ναυτικούς (οι περίφημες «διομολογήσεις» της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή).

Το 1806 η καταστροφή της Πελοποννήσου από τους Τουρκαλβανούς ήταν πολύ νωπή. Ομως ο ρωσο-τουρκικός πόλεμος του 1828-29 έφερε τα χριστιανικά στρατεύματα στο κατώφλι της Ανδριανούπολης, επισφραγίζοντας την Ελληνική Ανεξαρτησία μαζί με τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου. Χωρίς μάλιστα αυτή την επιθετική ενέργεια των Ρώσων είναι αμφίβολο αν η Ελλάδα θα κέρδιζε κάτι περισσότερο από την αυτονομία της Σερβίας (1804) κι αν τα σύνορά της θα ξεπερνούσαν τον Κορινθιακό.

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος του 1853-56 έθεσε τον Οθωνα προ του διλήμματος αν πρέπει να επιχειρήσει την απελευθέρωση Θεσσαλίας, Ηπείρου και Κρήτης όπως επέτασσε το αλυτρωτικό όραμα ή αν είναι φρόνιμο να περιμένει. Ευτυχώς, επέλεξε το δεύτερο. Ετσι, στον ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1877-78 η χώρα μας προσάρτησε τη Θεσσαλία και το νομό Αρτας χωρίς να ρίξει τουφεκιά. Το Ανατολικό Ζήτημα έβρισκε σιγά σιγά τη λύση του, μέσα από τις καραμπόλες των Μεγάλων Δυνάμεων.

Η επόμενη (και τελευταία ως τις μέρες μας) ρωσο-τουρκική διένεξη εντάσσεται στα κεφάλαια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Τα ρωσικά στρατεύματα κατέλαβαν το 1916 την Τραπεζούντα δίνοντας φτερά στο ελληνικό στοιχείο του Ανατολικού Πόντου, που αναγκάστηκε το 1918 να εκπατριστεί όταν οι Τούρκοι ξαναπήραν εκείνα τα μέρη με την Ανακωχή του Ερζιντζάν.

Αν προσέξατε, όλοι οι ρωσο-τουρκικοί πόλεμοι ήταν ανάμεσα σε αυτοκρατορίες, την οθωμανική και την τσαρική. Υπήρχε έντονο το στοιχείο της θρησκευτικής αντιπαράθεσης, με το γέρας της Κωνσταντινούπολης να πυρπολεί ένθεν και ένθεν.

Ομως, από τη δεκαετία του ‘50 και μετά ένας πόλεμος Τουρκίας-Σοβιετικής Ένωσης θα ισοδυναμούσε με Τρίτο Παγκόσμιο (ΝΑΤΟ vs Συμφώνου Βαρσοβίας). Γι’ αυτό και δεν έγινε ποτέ.

Σήμερα Σύμφωνο Βαρσοβίας δεν υπάρχει και η Τουρκία αποτελεί τον πιο προβληματικό και αναξιόπιστο σύμμαχο της Δύσης και του ΝΑΤΟ. Οι άκαμπτες ισορροπίες έχουν διαταραχθεί. Οι συμμαχίες είναι θολές και πρόσκαιρες, οι ατζέντες των κρατών έχουν αλλάξει. Η Ρωσία θυμίζει όλο και πιο πολύ την παλιά αυτοκρατορία. Η Τουρκία το ίδιο. Η Ελλάδα είναι μια υποτελής επαρχία της γερμανικής Δύσης. Το έργο που θα δούμε είναι καινούργιο. Οι ιστορικές αναλογίες σταματούν κάπου εδώ…


.......................

Οι Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι


Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι. Σειρά πολεμικών συγκρούσεων ανάμεσα στη Ρωσία και στην Οθωμανική αυτοκρατορία, που διήρκεσαν περίπου δύο αιώνες. 

Εφαλτήριό τους μπορεί να θεωρηθεί η επεκτατική πολιτική των Οθωμανών στα μέσα του 17ου αι. 

Ύστερα από την κατάκτηση της Κρήτης από τους Βενετούς το 1669, οι Τούρκοι έστρεψαν εκ νέου το ενδιαφέρον τους στα βόρεια σύνορά τους και, αφού το 1676 απέσπασαν την Ποδολία από την Πολωνία, πολέμησαν, μαζί με τους υποτελείς τους Τατάρους της Κριμαίας, τους Ρώσους και τους Κοζάκους (1676-81), καθιστώντας υποτελή ηγεμονία τη δυτική Ουκρανία και φτάνοντας τα σύνορά τους έως τον ποταμό Δνείπερο, παραχωρώντας με τη συνθήκη του Μπαχτσισαράι ως αντάλλαγμα στους Ρώσους το δικαίωμα να εμπορεύονται ελεύθερα στην Κριμαία.


Η ειρήνη αυτή, όμως, αποδείχθηκε ιδιαίτερα εύθραυστη. Η συντριβή των Οθωμανών στη δεύτερη πολιορκία της Βιέννης (1683) από τις ενωμένες αυστριακές και πολωνικές δυνάμεις οδήγησε το 1684 στον λεγόμενο Ιερό Συνασπισμό του Λιντς εναντίον των Τούρκων, στον οποίο συμμετείχαν υπό τις ευλογίες του πάπα Ινοκέντιου ΙΑ’ (1676-89) η Αυστρία, η Πολωνία και η Βενετία, ενώ προσχώρησε το 1686 και η Ρωσία, κηρύσσοντας τον πόλεμο στην Οθωμανική αυτοκρατορία (1686-1700). 

Οι Ρώσοι πραγματοποίησαν αρχικά δύο αποτυχημένες εκστρατείες στην Κριμαία (1687 και 1689)· στη συνέχεια, όμως, και με τον τσάρο Πέτρο Α’ τον Μέγα (1682-1725) να έχει αναλάβει προσωπικά τη διοίκηση του στρατού πολιόρκησαν δύο φορές το Αζόφ (1695 και 1696), καταλαμβάνοντάς το. 

Ο πόλεμος έληξε το 1700 με τη συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, η οποία αποτελούσε συνέχεια των συνθηκών του Κάρλοβιτς (βλ. λ. Κάρλοβιτς, συνθήκες).


Δέκα χρόνια αργότερα, ο σουλτάνος Αχμέτ Γ’ (1703-30) πείστηκε από τον ηττημένο στη μάχη της Πολτάβα (βλ. λ. Πολτάβα, μάχη) βασιλιά της Σουηδίας, Κάρολο ΙΒ’ (1697-1718), να κηρύξει τον τρίτο κατά σειρά πόλεμο στη Ρωσία (1710-11), κατά τη διάρκεια του οποίου οι Ρώσοι υπέστησαν συνεχείς ήττες στην εκστρατεία του Προύθου και υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν στους Τούρκους το Αζόφ και σειρά φρουρίων στον Δνείπερο. 

Παρά την ήττα, η δύναμη της Ρωσίας μεγάλωνε τα επόμενα χρόνια, σε αντίθεση με την Οθωμανική αυτοκρατορία, που είχε περάσει στη φάση της παρακμής, και το 1735 οι επιδρομές των Τατάρων της Κριμαίας στην Ουκρανία έδωσαν την αφορμή για μία ακόμη πολεμική σύρραξη (1735-39), η οποία οδήγησε στην ανάκτηση του Αζόφ από τη Ρωσία και στην υπογραφή της συνθήκης του Βελιγραδίου (βλ. λ.Βελιγραδίου, συνθήκη).


Ο πρώτος, όμως, αποφασιστικός πόλεμος ανάμεσα στις δύο αυτοκρατορίες και με άμεσο αντίκτυπο στους Έλληνες ξέσπασε το 1768 και κατά τη διάρκειά του οι Ρώσοι κατόρθωσαν να κατακτήσουν τις βόρειες περιοχές του Καυκάσου και τη νότια Ουκρανία και να καταστήσουν υποτελές τους το χανάτο της Κριμαίας. 

Οι συγκρούσεις έληξαν το 1774 με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (βλ. λ. Κιουτσούκ Καϊναρτζή, συνθήκη), αφού όμως πρώτα, το 1770, οι Ρώσοι είχαν προκαλέσει αποτυχημένη εξέγερση των υπόδουλων Ελλήνων, τα περίφημα Ορλοφικά (βλ. λ.).


Η προσάρτηση από τη Ρωσία του χανάτου της Κριμαίας λίγα χρόνια αργότερα, σε συνδυασμό με την επιθυμία των Τούρκων να ανακτήσουν τις μεγάλες απώλειες του τελευταίου πολέμου οδήγησε τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Α’ (1774-89) στην κήρυξη του έκτου Ρωσοτουρκικού πολέμου (1787-92), κατά τη διάρκεια του οποίου οι Ρώσοι, επικουρούμενοι και από τους Αυστριακούς, επιβεβαίωσαν τη στρατιωτική ανωτερότητά τους και υποχρέωσαν την Οθωμανική αυτοκρατορία στην υπογραφή της συνθήκης του Ιασίου (βλ. λ.Ιασίου, συνθήκη). 

Στο μεσοδιάστημα, βέβαια, είχαν προκαλέσει εκ νέου εξεγέρσεις των υπόδουλων Ελλήνων, οι οποίες συνδυάστηκαν με τη δράση του Λάμπρου Κατσώνη (βλ. λ.).


Οι κακές σχέσεις των δύο αυτοκρατοριών δεν τους επέτρεψαν ούτε και κατά την περίοδο των Ναπολεόντειων πολέμων να επέχουν των πολεμικών συρράξεων. 

Η αποπομπή από την Οθωμανική αυτοκρατορία των φιλικά προσκείμενων προς τη Ρωσία ηγεμόνων της Μολδαβίας (Αλέξανδρος Μουρούζης) και της Βλαχίας (Κωνσταντίνος Υψηλάντης) οδήγησε το 1806 σε νέο Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1806-12), ο οποίος, ύστερα από τις ρωσικές στρατιωτικές επιτυχίες, διευθετήθηκε με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (βλ. λ. Βουκουρεστίου, συνθήκες, 1.).


Ο σημαντικότερος, πάντως, για την Ελλάδα Ρωσοτουρκικός πόλεμος διεξήχθη την περίοδο 1828-29, μεσούσης της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, και αποτελούσε ουσιαστικά συνέχιση της ρωσικής πολιτικής, μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου (20 Οκτωβρίου 1827). 

Η αφορμή δόθηκε από τις πολεμικές προπαρασκευές των Τούρκων για ενδεχόμενη πολεμική αναμέτρηση με τη Ρωσία και την κυκλοφορία τουρκικής προκήρυξης, στην οποία η Ρωσία χαρακτηριζόταν «προαιώνιος εχθρός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και του Ισλάμ». 

Τα τσαρικά στρατεύματα στην Ασία προέλασαν στη Γεωργία και στην Αρμενία, καταλαμβάνοντας το Καρς και το Ερζερούμ, ενώ στην Ευρώπη έφτασαν έως την Αδριανούπολη, υποχρεώνοντας τον σουλτάνο Μαχμούτ Β’ (1808-39) να υπογράψει εκεί συνθήκη ειρήνης (βλ. λ. Αδριανούπολης, συνθήκη), αναγνωρίζοντας για πρώτη φορά την προοπτική ίδρυσης ελληνικού κράτους.


Το 1853, η απόρριψη από τον σουλτάνο Αβδούλ Μετζίτ Α’ του ρωσικού αιτήματος για την παραχώρηση στους ορθόδοξους χριστιανούς στους Αγίους Τόπους προνομίων αντίστοιχων με αυτά που είχε δώσει στους καθολικούς οδήγησε στην έκρηξη νέου ρωσοτουρκικού πολέμου (1853-56), ο οποίος στην πορεία κλιμακώθηκε στον Κριμαϊκό πόλεμο (βλ. λ. Κριμαϊκός πόλεμος). 

Ο δέκατος και τελευταίος ρωσοτουρκικός πόλεμος (αν και όχι η τελευταία ρωσοτουρκική πολεμική σύρραξη, καθώς άλλη μία έλαβε χώρα στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου) ξέσπασε το 1877. 

Η αποτυχημένη εξέγερση στη Βοσνία το 1875, η βουλγαρική επανάσταση του 1876, την οποία κατέπνιξαν οι Τούρκοι, διαπράττοντας ωμότητες που προκάλεσαν την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, και η ήττα των Σέρβων στον Σερβοτουρκικό πόλεμο του 1877 έδωσαν στους Ρώσους την αφορμή να επέμβουν ένοπλα «υπέρ των Σλάβων ομοεθνών τους», όπως διατείνονταν, αφού όμως πρώτα απέτυχε η διπλωματική συνδιάσκεψη της Κωνσταντινούπολης (1876-77) και εξασφάλισαν την ουδετερότητα της Αυστροουγγαρίας, της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου. 

Ο πόλεμος κηρύχθηκε στις 24 Απριλίου 1877 και λίγο αργότερα ο ρωσικός στρατός διέσχισε τον Δούναβη και πολιόρκησε το Πλέβεν (Ιούλιος 1877), το οποίο και κατέλαβε τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, για να προελάσει στη συνέχεια ανενόχλητος προς την Κωνσταντινούπολη. 

Τον Φεβρουάριο του 1878 ο κίνδυνος άλωσης της οθωμανικής πρωτεύουσας προκάλεσε τη βρετανική παρέμβαση για τον τερματισμό των εχθροπραξιών και στις 3 Μαρτίου 1878 η Οθωμανική αυτοκρατορία υπέγραψε τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (βλ. λ. Άγιος Στέφανος), η οποία όμως δεν εφαρμόστηκε ποτέ, καθώς λίγο αργότερα οι όροι της αναθεωρήθηκαν από το συνέδριο του Βερολίνου (βλ. λ. Βερολίνου, συνέδριο).