Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Η "Σκοτεινή Πλευρά" της Ελληνικής "ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ"...(μια ενδιαφέρουσα μελέτη περί σχέσεως "Διαφθοράς και Δικαιοσύνης" που σύμφωνα με το google δεν αναδημοσιεύθηκε ΠΟΥΘΕΝΑ αλλού εκτός από την βασική πηγή...γιατί άραγε;Τι είπατε κε "Υπουργέ Διαφθοράς" περί "Σκιών στη Δικαιοσύνη";Σε πόσες ημέρες θα "παραιτηθείτε" κι εσείς "νίπτοντας τας χείρας σας";)



Iudex damnatur ubi nocens absolvitur

Η δικαιοσύνη είναι ίσως η κρισιμότερη από όλες τις εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής. 

Και αυτό γιατί αποτελεί τον τελικό στόχο, το τελικό αγαθό (sumum bonum) της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, τόσο με τη μορφή της κοινωνικής δικαιοσύνης, όσο και με αυτή της ατομικής, που είναι και μία από τις προϋποθέσεις της προηγούμενης - αλλιώς η διαφορετική αντιμετώπιση των επιμέρους ατόμων εισάγει ουσιαστικά (πρόσθετες) ταξικές διακρίσεις. 

Γι' αυτό και όλα τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα μένουν κενός λόγος χωρίς τη ύπαρξη δικαιοσύνης και ούτε κοινωνική συνοχή μπορεί να επιτευχθεί πραγματικά χωρίς αυτή. Μπορεί επομένως η δικαιοσύνη να θεωρηθεί ως η Λυδία λίθος και καθρέφτης κάθε καθεστώτος.

Τα σύγχρονα κράτη προσπαθούν να πετύχουν το αγαθό της δικαιοσύνης επιδιώκοντας να εξασφαλίσουν συνθήκες λειτουργικής ανεξαρτησίας στους δικαστές, ώστε να μπορούν να αποφασίζουν ελεύθερα και χωρίς παρεμβάσεις ("χωρίς φόβο και πάθος"). 

Από την άλλη πλευρά υποχρεώνουν τους δικαστές να έχουν τέτοια συμπεριφορά και στάση, ώστε να μπορούν να εμπνέουν το κύρος και το σεβασμό αυτών που δικάζουν και γενικότερα όλης της κοινωνίας. 

Γι' αυτό και επιβάλουν αναλυτική αιτιολόγηση των αποφάσεων και των ενεργειών τους και διαφάνεια και δημοσιότητα των δικαστικών διαδικασιών.

Αυτά φυσικά ισχύουν στο βαθμό που αναφερόμαστε σε μια χώρα που έχει ενσωματώσει τις αρχές της σύγχρονης δημοκρατικής διακυβέρνησης. Γιατί σε πολλές τριτοκοσμικές (και όχι μόνο) χώρες αυτά παραμένουν στη θεωρία. 

Δυστυχώς στην Ελλάδα, παρ' όλους τους βαυκαλισμούς που ακούγονται περί δημοκρατίας, τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί μία κοινωνική δυναμική που ευνοεί τη διαφθορά και τη διαπλοκή. 

Είναι γνωστό άλλωστε οτι η χώρα μας βρίσκεται στις πρώτες θέσεις των πιο διεφθαρμένων κρατών στην Ευρώπη (υψηλότερα ακόμα και από πολλές από αυτές που γνώρισαν τη μετακομμουνιστική κοινωνική κατάρρευση). 

Σ' αυτή τη συγκυρία οι δικαστικοί μηχανισμοί, όχι μόνο δεν έχουν προβάλλει αντίσταση, δικαιώνοντας το θεσμικό τους ρόλο, αλλά έχουν αναδειχθεί σε βασικούς πυλώνες του διεφθαρμένου κράτους.

Η στρεψοδικία που επικρατεί στα ελληνικά δικαστήρια δημιουργεί μιά κουλτούρα που έχει μετατρέψει την έννοια της ανεξαρτησίας των δικαστικών σε αυθαιρεσία των αποφάσεών τους

Όποιος είχε την ατυχία να εμπλακεί σε κάποιο σημαντικό βαθμό με δίκες, μπορεί να διαπιστώσει οτι πολλές φορές οι δικαστικές αποφάσεις δεν περιέχουν αιτιολόγηση, παρόλο που αυτό απαιτείται από το σύνταγμα, ώστε να ελαχιστοποιούνται τα περιθώρια μεροληψίας και εξυπηρέτησης σκοπιμοτήτων. 

Αλλά και όταν ακόμα υπάρχει αιτιολόγηση, αυτή είναι συνήθως παιδαριώδης και συχνά έχει μικρή - ή και καμία - σχέση με τις μαρτυρίες και τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία.

 Έτσι τα γεγονότα που περιγράφονται στις δικαστικές αποφάσεις σπανίως προκύπτουν από "επιστημονική" έρευνα και πολλές φορές είναι απλώς το αποτέλεσμα παρασκηνιακών "διακανονισμών". 

Πάρα πολλοί δικαστές είναι τόσο τόσο πωρωμένοι που μπορούν να λένε τις μεγαλύτερες τερατολογίες χωρίς τη ντροπή που θα ένοιωθε ένας φυσιολογικός άνθρωπος με μέση ηθική συνείδηση.

Ακόμα και τα πρακτικά των δικών δίνονται μετά από μήνες ή χρόνια, ώστε να υπάρχει η ευχέρεια να χαλκευτούν κατάλληλα, χωρίς να υπάρχει θεσμοποιημένος μηχανισμός αμφισβήτησής τους. 

Τελευταία μάλιστα εμφανίστηκαν κρούσματα, όπου δικαστές αντέταξαν στους πολίτες - υπηκόους, εκτός από την έμμεση βία της αυθαιρεσίας των αποφάσεών τους, και άμεση φυσική βία.

Αν και διακηρύσσεται συχνά η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, ένας προσεκτικός παρατηρητής μπορεί να καταλάβει οτι η πολιτική εξουσία ποδηγετεί τους δικαστικούς μηχανισμούς

Οι όποιες (προσχηματικές) προσπάθειες γίνονται για να διορθωθεί η κατάσταση στους δικαστικούς μηχανισμούς, που αναπόφευκτα ολοένα και περισσότερο γίνεται αντιληπτή στους πολίτες, δεν έχει ως τελικό στόχο την εξυγίανσή τους, αλλά την απόκρυψη των αδυναμιών τους. 

Άλλωστε κανένα νομοθετικό μέτρο δεν μπορεί να αποδώσει, αφού στην περίπτωση της διεφθαρμένης "δικαιοσύνης", δεν προϋποθέτει την μόνο την εφαρμογή του, αλλά και τον τελικό έλεγχό του από τους ίδιους ανθρώπους που υποτίθεται οτι ελέγχει, από αυτό το ίδιο σάπιο περιβάλλον.

Για παράδειγμα, όταν η σήψη και η διάλυση του δικαστικού μηχανισμού έφτασε σε τέτοιο σημείο, ώστε πριν από μερικά χρόνια δικαστές άρχιζαν να επιδικάζουν στους εαυτούς τους μισθολογικές αυξήσεις, η αντίδραση του κράτους, αντί να βελτιώσει τους μηχανισμούς απονομής δικαιοσύνη, ώστε να μη συμβαίνουν αυτά τα φαινόμενα, ήταν να τροποποιήσουν το σύνταγμα, και τέτοιες διαφορές να δικάζονται πλέον από ανώτατα δικαστήρια, τα οποία ελέγχονται από την κομματική εξουσία, και τα οποία μπορούν με τη σειρά τους να ελέγχουν και τους κατώτερους δικαστές με μυστικές εγκυκλίους, πειθαρχικές διαδικασίες και άλλες παρεμβάσεις. 

Έτσι το κράτος δεν κινδυνεύει από απρόβλεπτες δικαστικές αποφάσεις που θα ανατρέψουν την εισοδηματική πολιτική. Οι υπόλοιποι Έλληνες βέβαια συνεχίζουμε να δικαζόμαστε από αυτόν το διαλυμένο και διεφθαρμένο δικαστικό μηχανισμό.

Άλλωστε ολοένα και περισσότεροι πολιτικοί επιλέγουν τις αίθουσες των δικαστηρίων για να λύσουν τις πολιτικές τους διαφορές με θεαματικό τρόπο. Και το μόνιμο άλλοθι στις περιπτώσεις που πολιτικοί ή στενά με αυτούς συνδεδεμένα πρόσωπα εμπλέκονται σε σκάνδαλα και ατασθαλίες είναι η επίκληση του εισαγγελέα. 

Εκ του ασφαλούς φυσικά, γιατί έτσι όπως έχει καταντήσει η "δικαιοσύνη", όχι στις πιέσεις που αναπόφευκτα δημιουργούνται σε τέτοιου είδους υποθέσεις είναι ικανή να αντισταθεί, αλλά ούτε να προστατεύσει στοιχειωδώς την τιμή, την περιουσία, ίσως ακόμα και τη ζωή των απλών πολιτών στην καθημερινή ζωή τους.

 Έτσι η διαφθορά που μαστίζει τον κρατικό μηχανισμό, εκπορευόμενη από τις ίδιες κομματικές μήτρες, μεταφέρεται και διαλύει και την τελευταία επίφαση "κράτους δικαίου".

Ένας άλλος τρόπος απόκρυψης της θλιβερής κατάστασης που επικρατεί στους δικαστικούς μηχανισμούς είναι η αδιαφάνεια. Πρόσφατα το ελληνικό κράτοςκαταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την απαγόρευση κριτικής διεφθαρμένων δικαστών. 

Άλλωστε η επιλογή των δικαστών που θα δικάσουν μόνο θεωρητικώς γίνεται με δημόσια κλήρωση, άλλα πρακτικά με τις συνήθεις αδιαφανείς διαδικασίες. Είναι χαρακτηριστικό του πόσο λίγη εμπιστοσύνη έχει το ίδιο το κράτος στη "δικαιοσύνη" του, και ο τρόπος που έγιναν οι τελευταίες δίκες σχετικά με την τρομοκρατία, όπου υπήρχε ενδιαφέρον και από αλλοδαπούς παράγοντες. 

Γιά να μην υπάρξουν "εκπλήξεις" ψηφίστηκε ειδική νομοθεσία, ώστε να γίνεται προεπιλογή των δικαστών που θα κληρωθούν για να δικάσουν. Οι υπόλοιποι δικαστές φαίνεται οτι είναι κατάλληλοι μόνο γιά εμάς τους "ιθαγενείς"!

Χαρακτηριστική έκφραση του διεφθαρμένου κράτους φαίνεται να είναι οι εισαγγελίες και γενικότερα η ποινική δικαιοσύνη, όπου σπανίζουν οι τεκμηριωμένες αποφάσεις, ενώ η τρομοκρατία που εύλογα υφίσταται κάποιος που αντιμετωπίζει προφυλάκιση από τον εμφανώς διεφθαρμένο και μεροληπτικό δικαστικό μηχανισμό, μπορεί να τον κάνει ευεπίφορο σε κάθε είδους εκβιασμό και εκμετάλλευση. 

Όποιος εξοικειωθεί λίγο με τις διαδικασίες στα δικαστήρια θα μπορέσει να παρατηρήσει πολλές φορές εισαγγελείς να αναλαμβάνουν χωρίς ίχνος ντροπής την υπεράσπιση από έδρας εμφανώς ένοχων κατηγορούμενων. 

Οι ίδιοι άνθρωποι μπορεί να δείχνουν αυστηρότητα και σκληρότητα ή να προβαίνουν σε προφυλακίσεις σε άλλες περιπτώσεις, που φυσικά δεν είναι "κανονισμένες". 

Και αυτή τη μεροληπτική, ιδιοτελή και καταχρηστική άσκηση της εξουσίας που τους εμπιστεύτηκε η κοινωνία την αποκαλούν "ελεύθερη κρίση"!

Η μεροληπτική, εξαρτημένη και αντίθετη με τις κοινωνικές αξίες "δικαστική κρίση" γίνεται αισθητή στα μικτά ορκωτά δικαστήρια, οπότε παρατηρείται συχνά το φαινόμενο σύσσωμα οι ένορκοι, που δικάζουν με γνώμονα τη συνείδησή τους, να αποφασίζουν διαφορετικά από τους υπάλληλους δικαστές. 

Γι' αυτό, τον τελευταίο καιρό, ασκούνται πιέσεις για περιορισμό των ενόρκων, ενώ είναι ίσως οι μόνοι που μπορούν να μετριάσουν κάπως τη σαπίλα του δικαστικού συστήματος (τουλάχιστον στις σημαντικότερες περιπτώσεις). 

Με τον τρόπο αυτό επίορκοι εισαγγελείς και δικαστές, και όσοι μπορούν μέσω αυτών να ασκούν έλεγχο ή να επηρεάζουν τη "δικαιοσύνη", θα μπορούν να συγκεντρώσουν ακόμα μεγαλύτερη εξουσία και να ασκούν ακόμα μεγαλύτερη καταπίεση στον ελληνικό λαό.

Οι δίκες στα ελληνικά δικαστήρια μπορεί να κρατήσουν δεκαετίες και το ελληνικό κράτος έχει καταδικαστεί πολλές φορές γιά το λόγο αυτό από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Παρόλα αυτά δεν υπάρχει καμία προθεσμία έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται πολλούς μήνες ή και χρόνια μετά από τη δίκη. 

Όσα ισχύουν γιά την υπόλοιπη διοίκηση σχετικά με την υποχρέωση των υπηρεσιών να απαντούν, και μάλιστα σε συγκεκριμένες και εύλογες προθεσμίες, δεν έχουν καμία εφαρμογή στην ελληνική "δικαιοσύνη".

Κομβικό στοιχείο στη δικαστική διαφθορά είναι προφανώς διαπλεκόμενοι με δικαστικούς δικηγόροι. 

Γι' αυτό και οι δικηγόροι, δικαστές και άλλα πρόσωπα που συνδέονται με το γενικότερο φαινόμενο της διαφθοράς στο κράτος ή απλώς λόγω της θέσεως τους αντιλαμβάνονται τη διάλυση και τεράστια διαφθορά του δικαστικού μηχανισμού, και δεν φωνάζουν (τουλάχιστον τόσο δυνατά όσο θα μπορούσαν) - όπως φυσικά και μεγιστάνες τύπου Μπερλουσκόνι, ημεδαποί ή αλλοδαποί (που γνωρίζουμε όλοι οτι προκλητικά δεν τολμά η "δικαιοσύνη" να τους αγγίξει) - αποτελούν ένα διαρκώς διευρυνόμενο κύκλο ανθρώπων που απολαμβάνουν μιας ( όχι τυπικής όπως οι βουλευτές, αλλά) ουσιαστικής δικαστικής ασυλίας.

Οι άνθρωποι αυτοί, έχοντας εξασφαλισμένη ατιμωρησία από το διαλυμένο και διεφθαρμένο δικαστικό μηχανισμό (στο βαθμό τουλάχιστον που δεν έχουν"προσβλητική συμπεριφορά κατά συναδέλφων και δικηγόρων"), μπορούν να επιδίδονται ανενόχλητοι σε απάτες, σφετερισμούς περιουσιών και κάθε είδους αδικίες εις βάρος των υπόλοιπων Ελλήνων πολιτών. 

Αποτέλεσμα μεταξύ άλλων είναι η μειωμένη αξιοπιστία του δικηγορικού επαγγέλματος στην ελληνική κοινή γνώμη και τα πολλά παράπονα που εκφράζονται για δικηγόρους.

ΗΔΗ ΣΥΜΜΟΡΙΕΣ ΔΙΑΠΛΕΚΟΜΕΝΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΟΡΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΚΛΕΒΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΠΟΥ ΥΠΟΤΙΘΕΤΑΙ ΟΤΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΥΝ.

Δημιουργείται με τον τρόπο αυτό ένα πραγματικό δικαστικό παρακράτος που έχει μετατρέψει τη δικαιοσύνη, από θεματοφύλακα και εκφραστή των αξιών που συνέχουν την κοινωνία σε ψευδεπίγραφο μηχανισμό θεσμοποιημένης αδικίας, από έσχατο καταφύγιο και προστάτη του δικαίου σε όργανο αυθαιρεσίας υπέρ αυτών που έχουν προνομιακή πρόσβαση σ' αυτό. 

Το πολίτευμα, χάνοντας έτσι βαθμιαία τους τελευταίους μηχανισμούς σχετικής ισονομίας, διολισθαίνει εντονότερα από μιά προβληματική δημοκρατία προς μιά δικαστικά επιβαλλόμενη ολιγαρχία. 

Οι λίγες περιπτώσεις που κατάφεραν να βγουν στη δημοσιότητα είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου της διαφθοράς που υποβόσκει στους διαδρόμους και στα γραφεία της ελληνικής "δικαιοσύνης". 

Τα ελληνικά δικαστήρια είναι ο τόπος, όπου με το άλλοθι της λατρείας των τύπων, εξευτελίζεται η αξιοπρέπεια του πολίτη, που αντιμετωπίζεται σαν σκουπίδι, και παραβιάζεται με τον πιό εξωφρενικό τρόπο η ουσία των νόμων, του συντάγματος και των ανθρώπινων δικαιωμάτων.