Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Οι άνθρωποι επιδιώκουν να βολευτούν. Μόνο όμως όσο είναι ξεβολεμένοι υπάρχει ελπίδα γι' αυτούς" (Ralph Waldo Emerson). Όσο για τις δικαιολογίες πως δεν υπάρχει κανένας αξιόλογος "Σχεδιασμός" για να ακολουθήσει κανείς,δεν είναι αυτό το "πρωτεύον"...Ακόμη κι αν υπήρχε, ιδού τι έλεγε ένας Αρχιστράτηγος (Von Moltke) περί τούτου: "Ένα σχέδιο μάχης έχει διάρκεια ζωής όσο τα πρώτα λεπτά της μάχης..." Πράγμα που σημαίνει: Τόσο πριν όσο και μετά το «Σημείο 0 της Σύγκρουσης» είναι θέμα "Ψυχής", Αποφασιστικότητας, προετοιμασίας, ικανότητας προσαρμογής...Όσο όμως οι "βολεμένοι" είναι "απίστευτα πολλοί", "ισχυροί" και "αδίστακτοι" και όσο η Φτωχολογιά είναι ένα τσούρμο "ΔΕΙΛΟΙ", κανένα Φονικό Καθεστώς δεν κινδυνεύει...κι αυτό το "ΞΕΡΟΥΝ"..."

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Χρήση όπλων από αστυνομικούς [ΜΕΡΗ Α΄, Β΄ και Γ΄]




ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΘ. ΜΠΛΑΝΗ, αντ/γου ΕΛ.ΑΣ ε.α.

Μέρος Α΄. Βασικές αρχές του διεθνούς, ευρωπαϊκού και εσωτερικού δικαίου.

1. Βασικές αρχές του σύγχρονου διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το ζήτημα της χρήσης βίας και όπλων από δημόσια δύναμη (περιλαμβανομένων των αστυνομικών δυνάμεων) σχετίζεται άμεσα με την προστασία του θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος στη ζωή. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ, Ν.2462/1997) "Κάθε ανθρώπινο ον έχει ένα εγγενές δικαίωμα στη ζωή. 

Αυτό το δικαίωμα προστατεύεται νομικώς. Από κανέναν άνθρωπο δεν αφαιρείται αυθαίρετα η ζωή". 

Η επιτροπή του ΔΣΑΠΔ στο Γενικό Σχόλιο αρ. 6 (1982) έχει τονίσει την ιδιαίτερη σημασία της τρίτης πρότασης του άρθρου 6 παρ. 1, λέγοντας παράλληλα, ότι τα συμβαλλόμενα κράτη θα πρέπει να λαμβάνουν μέτρα όχι μόνο για την πρόληψη και τιμωρία της παράνομης αφαίρεσης ζωής, αλλά και για την πρόληψη "αυθαίρετων ανθρωποκτονιών" από τις δυνάμεις ασφαλείας των ίδιων των κρατών αυτών. 

 Ως εκ τούτου η Επιτροπή έχει συστήσει, ότι ο νόμος πρέπει να ελέγχει αυστηρά και να περιορίζει τις περιπτώσεις, στις οποίες μπορεί να αφαιρεθεί η ζωή ενός ατόμου από τις ανωτέρω Αρχές.

Η θέση αυτή της Επιτροπής διατυπώθηκε σαφώς και στην απόφασή της στην υπόθεση Cuerrero v.Colombia. Στην υπόθεση αυτή η Επιτροπή σημείωσε, ότι η αφαίρεση ζωής κατά το άρθρο 6 παρ. 1 δεν πρέπει να θεωρείται αυθαίρετη, κατ΄ αρχήν, στις περιπτώσεις αυτοάμυνας ή άμυνας τρίτων προσώπων ή όταν είναι απαραίτητη για την σύλληψη ή αποτροπή απόδρασης εγκληματία. 

Στις περιπτώσεις αποτροπής απόδρασης εγκληματία αυτός θα πρέπει, σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη στις σχετικές Αρχές που έχει υιοθετήσει ο ΟΗΕ, να συνιστά κίνδυνο για τη ζωή άλλων προσώπων. Σε όλες τις περιπτώσεις όμως η σχετική αξιολόγηση εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. 

Στην ανωτέρω υπόθεση η Επιτροπή συμπέρανε, βάσει των πραγματικών περιστατικών, ότι οι ανθρωποκτονίες που τελέστηκαν από αστυνομικά όργανα κατά τη διάρκεια επιδρομής σε μια κατοικία, όπου πίστευαν ότι κρατούνταν όμηρος ένας πρεσβευτής παραβίασε την ανωτέρω διάταξη, διότι τα θύματα (που ήταν απλώς ύποπτοι διάπραξης απαγωγής) δεν προειδοποιήθηκαν, δεν τους δόθηκε η δυνατότητα να παραδοθούν ή να δώσουν εξηγήσεις για την παρουσία τους στον τόπο της αστυνομικής επιδρομής ή για τις προθέσεις τους. 

 Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή συμπέρανε, ότι τα αστυνομικά όργανα παραβίασαν την αρχή της αναγκαιότητας και αναλογικότητας, που πρέπει και εδώ να διέπουν απόλυτα τη χρήση βίας και δη θανατηφόρας βίας, και επομένως οι ανθρωποκτονίες που διεπράχθησαν ήταν αυθαίρετες κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 ΔΣΑΠΔ.

Την αρχή της αναλογικότητας έχει επίσης εδραιώσει σε σχετική νομολογία του το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΔΔΑΔ) στην υπόθεση, μεταξύ άλλων, Neira Alegria et al v. Peru, υπόθεση με θέμα την υπερβολική χρήση βίας και όπλων από δυνάμεις ασφαλείας του Περού για την καταστολή εξέγερσης σε μια φυλακή όπου κρατούνταν ιδιαίτερα επικίνδυνοι εγκληματίες και που είχαν στην κατοχή τους όπλα. 

Το ΔΔΑΔ, αναγνωρίζοντας τις ειδικές συνθήκες στην περίπτωση αυτή, τόνισε ότι οι ειδικές αυτές συνθήκες δεν έθεταν εκτός ελέγχου και περιορισμών τη χρήση βίας και όπλων/πυρομαχικών από τις κρατικές δυνάμεις καταστολής. 

 Το Δικαστήριο επανέλαβε την παγιωμένη στη νομολογία του αρχή, ότι στις περιπτώσεις αυτές η δύναμη του κράτους δεν είναι απεριόριστη, ούτε μπορεί να καταφεύγει σε οποιαδήποτε μέσα για να εκπληρώσει τους στόχους του. Το κράτος, τόνισε το ΔΔΑΔ, υπόκειται στο νόμο και στις αρχές της ηθικής. 

 Ασέβεια προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν δικαιολογείται σε καμία περίπτωση κρατικής δράσης.

Στο ίδιο πνεύμα με την Επιτροπή του ΔΣΑΠΔ και του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κινείται και το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο του ΟΗΕ, το οποίο έχει υιοθετήσει και τονίσει την πρακτική αξία των Αρχών για την αποτελεσματική πρόληψη και διερεύνηση παράνομων, αυθαίρετων και συνοπτικών εκτελέσεων, που θα πρέπει να διανεμηθούν και να συνειδητοποιηθούν από όλες τις αστυνομικές, μεταξύ άλλων, δυνάμεις όλων των κρατών. 

 Σύμφωνα με την σχετική Αρχή οι Κυβερνήσεις πρέπει να διασφαλίζουν τον αυστηρό έλεγχο, συμπεριλαμβανομένης της τήρησης της σαφούς ιεραρχικής σειράς (" clear chain of command"), αναφορικά με όλα τα στελέχη της εκτελεστικής εξουσίας, που έχουν την ευθύνη για τον εντοπισμό, τη σύλληψη, τη κράτηση, την προφυλάκιση και φυλάκιση, αλλά και με όλα τα στελέχη που είναι εξουσιοδοτημένα από το νόμο να χρησιμοποιούν βία και όπλα. 

 Πρόσωπα, που είναι θύματα αυτού του είδους παράνομης βίας, πρέπει να έχουν από το νόμο το δικαίωμα προστασίας και αποκατάστασης της οιασδήποτε σχετικής βλάβης που έχουν υποστεί με δικαστικά ή άλλα μέσα (Αρχή 4).

Ο Κώδικας του ΟΗΕ για την Συμπεριφορά των στελεχών, που είναι επιφορτισμένα με το καθήκον επιβολής του νόμου (1979), έχει επίσης τονίσει στο άρθρο 3, ότι τα ανωτέρω στελέχη μπορούν να χρησιμοποιούν βία μόνο όταν αυτό είναι απολύτως απαραίτητο και στο βαθμό που αυτό απαιτείται για την εκτέλεση του καθήκοντός τους. 

Σύμφωνα με τον σχολιασμό του ΟΗΕ που αφορά στο ανωτέρω άρθρο, η χρήση όπλων θεωρείται ένα ακραίο μέτρο και πρέπει να γίνεται κάθε προσπάθεια για να αποκλείεται η χρήση όπλων ιδιαίτερα κατά των παιδιών. 

 Ως γενική αρχή έχει προβληθεί εν προκειμένω ότι όπλα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο όταν ο εγκληματίας αντιστέκεται ενόπλως ή κατά κάποιον άλλο τρόπο θέτει σε κίνδυνο τις ζωές άλλων ατόμων, και εφόσον λιγότερα ακραία μέτρα δεν επαρκούν για τον περιορισμό ή τη σύλληψη του ανωτέρω. 

 Σε κάθε περίπτωση όπου γίνεται χρήση όπλου από εκτελεστικά όργανα, αυτά πρέπει να υποβάλουν αμέσως αναφορά στις αρμόδιες Αρχές.

Οι ειδικότερες και ουσιαστικές διατάξεις των Βασικών Αρχών του ΟΗΕ για τη χρήση βίας και όπλων από όργανα επιφορτισμένα με την επιβολή του νόμου (1990) χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής προβλέποντας τα εξής :

(α) Τα ανωτέρω όργανα δεν πρέπει να χρησιμοποιούν όπλα κατά προσώπων παρά μόνο σε περιπτώσεις :

(1) αυτοάμυνας ή
(2) άμυνας άλλων ατόμων κατά επαπειλούμενου θανάτου ή σοβαρής βλάβης,
(3) για την πρόληψη ενός ιδιαίτερου σοβαρού εγκλήματος που συνιστά σοβαρή απειλή ζωής,
(4) για τη σύλληψη ατόμου που συνιστά τέτοιο κίνδυνο και προβάλλει αντίσταση στις Αρχές, ή για την αποτροπή της απόδρασής του.

Σε κάθε περίπτωση η χρήση όπλων δικαιολογείται μόνον όταν λιγότερα ακραία μέσα είναι ανεπαρκή για την επίτευξη αυτών των σκοπών. Επίσης σε κάθε περίπτωση, η από πρόθεση θανατηφόρα χρήση όπλων μπορεί να λάβει χώρα μόνον όταν αυτή είναι αναπόφευκτη για την προστασία ζωής (Αρχή αρ. 9).

(β) Στις υπό (α) περιπτώσεις τα όργανα πρέπει :

(1) να κάνουν γνωστή την ιδιότητά τους και
(2) να καταστήσουν σαφές ότι προτίθενται να χρησιμοποιήσουν όπλα, δίδοντας επαρκή χρόνο ανταπόκρισης, εκτός εάν αυτό θα έθετε τα στελέχη σε αδικαιολόγητο κίνδυνο ή θα έθετε σε κίνδυνο θανάτου ή σοβαρής βλάβης άλλα άτομα, ή θα ήταν σαφώς ακατάλληλο ή μάταιο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες (Αρχή α. 10).

(γ) Οι σχετικοί κανόνες ή κανονισμοί χρήσης όπλων από τα ανωτέρω όργανα πρέπει να περιέχουν οδηγίες που :

(1) να καθορίζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες τα στελέχη νομιμοποιούνται να φέρουν όπλα και τα είδη των όπλων και πυρομαχικών που επιτρέπονται,
(2) να διασφαλίζουν ότι όπλα χρησιμοποιούνται μόνο όταν πρέπει και με τρόπο που μειώνει τον κίνδυνο μη αναγκαίας σωματικής βλάβης,
(3) να απαγορεύουν τη χρήση όπλων και πυρομαχικών που επιφέρουν αδικαιολόγητη βλάβη ή συνιστούν αδικαιολόγητο κίνδυνο,
(4) να ρυθμίζουν τον έλεγχο, την αποθήκευση και παράδοση οπλισμού,
(5) να προβλέπουν την ανάγκη προειδοποίησης, εάν αυτή μπορεί να υπάρξει, πριν τη χρήση όπλων,
(6) να προβλέπουν ένα σύστημα αναφοράς μετά από κάθε χρήση όπλων από τα ανωτέρω στελέχη.

2. Βασικές αρχές του σύγχρονου ευρωπαϊκού δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στα πλαίσια ερμηνείας της παρ. 2 του άρθρου 2 (δικαίωμα στη ζωή) της ΕΣΔΑ (Ν.Δ.53/1974) έχει θέσει επίσης ορισμένες σημαντικές δικλείδες ασφαλείας για τις περιπτώσεις χρησιμοποίησης βίας και όπλων από κρατικές δυνάμεις επιφορτισμένες με την επιβολή του νόμου και τη διατήρηση της δημόσιας τάξης.

Κομβικό σχετικό σημείο είναι η ερμηνεία που έχει δώσει το ΕΔΔΑ στο εδάφιο 2 του άρθρου 2 ΕΣΔΑ. Θάνατος προσώπου δικαιολογείται από τη διάταξη αυτή μόνο εάν η χρήση βίας, με την οποία επέρχεται θάνατος, καθίσταται απόλυτα αναγκαία. 

Σε αρμονία με τη σχετική νομολογία της Επιτροπής του ΔΣΑΠΔ, το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Mc Cann et al v. The UK, (υπόθεση αφορούσα τη δολοφονία μελών του IRA από ειδικές βρετανικές δυνάμεις ασφάλειας στο Γιβραλτάρ) τόνισε ότι "απόλυτα αναγκαία βία" σημαίνει ότι η βία που χρησιμοποιείται πρέπει να βρίσκεται σε αναλογία προς την εκπλήρωση των σκοπών που έχουν εδραιωθεί στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 (α), (β), (γ). 

 Για την ερμηνεία αυτών των διατάξεων το ΕΔΔΑ έχει τονίσει ότι, ειδικά σε περιπτώσεις όπου χρησιμοποιείται από πρόθεση βία που είναι θανατηφόρα, λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τη δράση των κρατικών οργάνων ασφαλείας/τάξης που ασκούν την ανωτέρω βία, αλλά και τις πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες ασκείται η βία αυτή, συμπεριλαμβανομένου του σχεδιασμού και ελέγχου της υπό εξέταση δράσης.

Εν προκειμένω το ΕΔΔΑ καταδίκασε το Ηνωμένο Βασίλειο για παραβίαση του άρθρου 2 παρ. 2 (α) ΕΣΔΑ λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων πραγματικών περιστατικών :

(α) την έλλειψη κατάλληλης εκπαίδευσης ή οδηγιών για τη χρήση όπλων από τα αρμόδια κρατικά όργανα της υπό εξέταση επιχείρησης (αν και υπήρχαν σχετικοί γενικοί κανονισμοί δράσης που κρίθηκαν σύμφωνοι με τα πρότυπα του άρθρου 2 ΕΣΔΑ) έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσουν την αναγκαιότητα χρήσης όπλων και τραυματισμού των στόχων τους, βάσει των συγκεκριμένων συνθηκών της συγκεκριμένης επιχείρησης,
(β) την έλλειψη κατάλληλης φροντίδας και οργάνωσης της σχετικής υπό εξέταση επιχείρησης (σύλληψης τρομοκρατών).

Το ΕΔΔΑ τόνισε επίσης στην ίδια υπόθεση ότι μια γενική απαγόρευση αυθαίρετου φόνου από κρατικά όργανα δεν είναι επαρκής για την αποτελεσματική προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προστατεύει το ΕΣΔΑ. 

Πρέπει σε εθνικό επίπεδο να προβλέπεται διαδικασία για τον έλεγχο της νομιμότητας ("lawfulness") της χρήσης θανατηφόρας βίας από κρατικές αρχές. 

΄Ετσι έχει κριθεί από το ΕΔΔΑ απαραίτητη, για την αποτελεσματική προστασία του ανθρώπινου δικαιώματος στη ζωή από τα κράτη που δεσμεύονται από την ΕΣΔΑ, η ύπαρξη μιας μορφής αποτελεσματικής επίσημης έρευνας σε περιπτώσεις όπου άτομα έχουν φονευθεί ως αποτέλεσμα άσκησης βίας από, μεταξύ άλλων, κρατικά όργανα. 

Η τυχόν παράλειψη των σχετικών ενεργειών συνιστά παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή, δηλαδή το άρθρο 2 ΕΣΔΑ δεν συνεπάγεται μόνο υποχρέωση αποχής του κράτους από αυθαίρετη αφαίρεση ζωής αλλά και θετική ενέργεια του κράτους σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου.

3. Βασικές αρχές κατά την άσκηση της αστυνομικής εξουσίας.
Κατά την άσκηση της αστυνομικής εξουσίας και κατά συνέπεια κατά την χρήση των όπλων από τους αστυνομικούς, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και να εφαρμόζονται οι αρχές της νομιμότητας, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας καθώς και όσες άλλες αρχές συμπληρώνουν τις τρεις αυτές βασικές αρχές του δικαίου.

α. Η αρχή της νομιμότητας.
Σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας η διοίκηση οφείλει να προβαίνει μόνο στις ενέργειες που προβλέπονται και επιβάλλονται ή επιτρέπονται από τους κανόνες δικαίου δηλαδή, πρέπει (οι ενέργειες της διοίκησης) να είναι σύμφωνες ή να βρίσκονται σε αρμονία με τους κανόνες αυτούς.

Ενώ ο ιδιώτης δηλαδή μπορεί να ενεργήσει οτιδήποτε δεν απαγορεύεται, η διοίκηση οφείλει ή μπορεί να ενεργήσει μόνο ότι επιτρέπεται. Η ενέργεια της διοικήσεως πρέπει να είναι σύμφωνη με τον κανόνα δικαίου, που διέπει τη δράση της διοίκησης.

Στην αστυνομική πρακτική και ειδικότερα στην περίπτωση της χρήσης των όπλων από τους αστυνομικούς, τα παραπάνω σημαίνουν ότι, όχι μόνο πρέπει να υπάρχει νόμος, που να προβλέπει την χρήση των όπλων, αλλά επιπλέον πρέπει ο νόμος αυτός να περιγράφει σαφώς και συγκεκριμένως τον ακριβή τρόπο χρήσης των όπλων. 

 Κάθε δε χρήση του όπλου κατά τρόπο διαφορετικό απ΄ αυτόν που ρητώς προβλέπει ο σχετικός νόμος, αντίκειται στην αρχή της νομιμότητας, δηλαδή είναι παράνομος.

Να σημειωθεί ότι η αρχή της νομιμότητας είναι συνέπεια των αρχών της λαϊκής κυριαρχίας και του αντιπροσωπευτικού συστήματος.

Η αντίθετη της νομιμότητας αρχή, δηλαδή η αρχή της σκοπιμότητας, δεν έχει θέση ούτε σε δημοκρατική πολιτεία, ούτε σε σύγχρονο αστυνομικό δίκαιο, αφού σε μια ευνομούμενη πολιτεία ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα.

β. Η αρχή της αναγκαιότητας.
Σύμφωνα με την αρχή της αναγκαιότητας η κρατική επέμβαση δικαιολογείται να περιορίσει την ελευθερία του ατόμου, μόνο σε όση έκταση συντρέχει ανάγκη θεραπείας του δημοσίου συμφέροντος. 

 Μη αναγκαία δηλαδή είναι η χρήση των όπλων, όταν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, μπορεί να επιτευχθεί με άλλο λιγότερο επαχθές μέτρο για τον θιγόμενο ιδιώτη ή για το κοινό (βλ. Ν. Ανδρουλάκη, Τα όρια της ανακριτικής δράσεως και η αρχή της αναγκαιότητος, Ποιν. Χρ. ΚΕ 1975, σελ. 3 επ.). 

Είναι ευνόητο ότι, η αρχή της αναγκαιότητας ενεργοποιείται μόνον όταν εκ των πραγμάτων υφίστανται περισσότερα από ένα πρόσφορα μέτρα, για την υλοποίηση του επιδιωκομένου σκοπού (βλ. Θ. Δαλακούρα, Αρχή της Αναλογικότητας και μέτρα Δικονομικού Καταναγκασμού, 1993, σελ. 101). 

Η αρχή αυτή αναφέρεται στην ύπαρξη ουσιαστικών προϋποθέσεων περιορισμού της ατομικής ελευθερίας, καθώς και στην διάρκεια της κρατικής επεμβάσεως, με την έννοια ότι η βία μπορεί να ασκηθεί μόνο για όσο χρόνο συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις. 

 Σημειωτέον ότι, η αρχή αυτή λαμβάνεται υπόψη και από το άρθρο 133 του π.δ.141/1991, το οποίο ρητά αναφέρει ότι η χρήση των όπλων επιτρέπεται εφόσον υπάρχει απόλυτη ανάγκη και αφού εξαντληθούν όλα τα ηπιότερα μέσα.

Στην περίπτωση χρήσεως όπλων από τους αστυνομικούς πρέπει, όχι μόνο να προβλέπεται από το νόμο (ενν. η χρήση των όπλων), αλλά και να είναι απολύτως αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, που γίνεται αυτή. 

 Στην περίπτωση π.χ. που απαιτείται σύλληψη επικίνδυνου κακοποιού, ο οποίος κρύπτεται σε οικία ένοπλος, δεν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναγκαιότητας η ενέργεια (ή η κατάστρωση σχεδίου δράσεως) που αποβλέπει στον πυροβολισμό αυτού ή ακόμα και στη χρήση χημικών ουσιών (π.χ. δακρυγόνων) προτού εξετασθεί το ενδεχόμενο να συλληφθεί κατά την έξοδό του από την οικία του με αιφνιδιαστική ενέργεια, χωρίς την χρήση όπλου ή ακόμα και χωρίς τη χρήση βίας.

γ. Η αρχή της αναλογικότητας.
Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του συγκεκριμένου διοικητικού μέτρου και του επιδιωκόμενου νόμιμου σκοπού, πρέπει να υπάρχει μια εύλογη σχέση. 

 Η σχέση αυτή υπάρχει μόνον όταν το μέτρο που λαμβάνεται είναι το πλέον κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (καταλληλότητα), συνεπάγεται κατ΄ ένταση και διάρκεια τα λιγότερα δυνατά μειονεκτήματα για τον ιδιώτη (πολίτη) και το κοινό και τέλος τα συνεπαγόμενα μειονεκτήματα δεν υπερσκελίζουν τα πλεονεκτήματα (Π. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 1984, σελ. 135). 

 Για την κατανόηση (και εφαρμογή) της αρχής της αναλογικότητας έχει λεχθεί ότι "δεν πρέπει η αστυνομία να κυνηγάει τα σπουργίτια με κανόνια" (βλ. Α. Μάνεση, Ατομικές Ελευθερίες, 1979, σελ. 77). Αποτελεί συνταγματική αρχή και θεμελιώνεται στο άρθρο 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος.

Η αρχή της αναλογικότητας, η οποία διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας προέκυψε αρχικά από το δίκαιο της Δημόσιας Τάξης και του Διοικητικού καταναγκασμού, της αρμοδιότητας δηλαδή των οργάνων της διοικήσεως να προβαίνουν σε υλικές, εκτελεστικές, μονομερείς ενέργειες σε περίπτωση άρνησης ή παραλείψεως του ιδιώτη να συμμορφωθεί σε διοικητική πράξη. 

 Εφαρμόστηκε κατά πρώτο λόγο στο Αστυνομικό Δίκαιο και στη συνέχεια σ΄ολόκληρο το διοικητικό δίκαιο. Όπως η αρχή της αναγκαιότητας, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας προβλέπεται από το άρθρο 133 π.δ.141/1991, με τη ρητή διατύπωση ότι η χρήση των όπλων επιτρέπεται εφόσον υπάρχει απόλυτη ανάγκη και αφού εξαντληθούν όλα τα ηπιότερα μέσα.

Ένα βασικό ερώτημα που τίθεται στο σημείο αυτό είναι το παρακάτω: Ποιος καθορίζει και προπάντων ποιος αποφασίζει για την ύπαρξη και την έκταση εφαρμογής ή την μη εφαρμογή (σε περίπτωση που δεν γίνεται αστυνομική ενέργεια) των παραπάνω αρχών στην αστυνομική πρακτική. 

 Η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα είναι ότι, την απόφαση λαμβάνει αυτός που έχει την ευθύνη να ενεργήσει, σύμφωνα με όσα ο νόμος ορίζει. Π.χ. στις συναθροίσεις (άρθρο 11 Συντάγματος) ή στη στάση κρατουμένων (άρθρο 174 Π.Κ.) ο νόμος ρητά ορίζει ποιος φέρει την ευθύνη της απόφασης για την χρήση βίας και επομένως για την χρήση των όπλων. 

 Είναι όμως ευνόητο ότι, στις μεμονωμένες περιπτώσεις, εκεί δηλαδή που ο αστυνομικός ενεργεί ουσιαστικώς μόνος του (π.χ. σε νυκτερινή υπηρεσία, το πλήρωμα περιπολικού δέχεται επίθεση από ελεγχόμενους) την αποκλειστική ευθύνη για την εφαρμογή των παραπάνω βασικών αρχών, την φέρει ατομικά ο κάθε αστυνομικός χωριστά. 

Το τελευταίο δείχνει και τον υψηλό βαθμό της γνώσης, που πρέπει (και οφείλει) να έχει ακόμα και ο τελευταίος σε βαθμό αστυνομικός, σε (νομικά) θέματα σχετικά με την χρήση των όπλων (βλ. Ι. Αγγελή, Η χρήση των όπλων από τους αστυνομικούς, Αστυν. Επιθεώρηση σελ. 85, 148 Φεβρουάριος/Μάρτιος 1998).

http://staratalogia.blogspot.gr

.......................................

Χρήση όπλων από αστυνομικούς [ΜΕΡΟΣ Β΄]



Μέρος Β΄. Η ελληνική νομοθεσία. Ειδικότερα ο ν. 3169/2003 «Oπλοφορία, χρήση πυροβόλων όπλων από αστυνομικούς, εκπαίδευσή τους σ΄αυτά και άλλες διατάξεις»

Γενικές παρατηρήσεις.

1. Όπως είναι γνωστό, με τις διατάξεις του ν.3169/2003, επανακαθορίζεται το καθεστώς που διέπει την οπλοφορία του αστυνομικού προσωπικού, των ειδικών φρουρών και των συνοριακών φυλάκων καθώς και τη χρήση πυροβόλων όπλων από αυτούς.

2. Τα προηγούμενα είκοσι πέντε τουλάχιστον χρόνια μέχρι τη θεσμοθέτηση του ν.3169/2003, όσες περιπτώσεις αντιμετώπισε η νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων σχετικά με τη χρήση των όπλων από τους αστυνομικούς, πουθενά δεν γίνεται αναφορά στο ν.29/1943. 

Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι, ακόμα και μετά την έκδοση και (τυπική) ισχύ του π.δ.141/1991, ουδόλως γίνεται αναφορά σ΄αυτό (ενν. π.δ.141/1991). ΄Ολες οι σχετικές περιπτώσεις αντιμετωπίζουν και εξετάζουν το θέμα από την σκοπιά της υπέρβασης των ορίων αμύνης (άρθρα 22 και 23 Π.Κ.). 

Αυτό σημαίνει ότι, στην επαγγελματική συνείδηση του Εισαγγελέα (κατά την άσκηση της ποινικής διώξεως) και του Δικαστή (κατά την κύρια ανάκριση, την εξέταση των πραγματικών περιστατικών προς έκδοση Βουλεύματος ή κατά την ακροαματική διαδικασία) η ύπαρξη του ν.29/1941, στον οποίο παραπέμπει το άρθρο 133 π.δ.141/1991, ουδόλως λαμβάνεται υπόψη. 

Με την έννοια ότι, ο νόμος αυτός είναι καταφανέστατα αντισυνταγματικός, ούτως ώστε παρέλκει ακόμα και η απλή αναφορά σ΄αυτόν.

3. Η νομική αυτή αντιμετώπιση του θέματος, για την οποία σημειωτέον ουδόλως ευθύνεται η Ελληνική Δικαιοσύνη, η οποία υποχρεούται να ελέγχει αυτεπαγγέλτως την αντισυνταγματικότητα του τυπικώς ισχύοντος νόμου – έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη φύση, την αποστολή, ακόμα και την ύπαρξη της αστυνομίας. 

Η Ελληνική Αστυνομία αποτελεί ιδιαίτερο ένοπλο σώμα ασφαλείας και το προσωπικό της, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, φέρει οπλισμό, εφόδια και μέσα και εκπαιδεύεται στη χρήση των όπλων. 

Η χρήση πυροβόλων όπλων από αστυνομικούς συνιστά τη δραστικότερη μορφή άσκησης διοικητικού καταναγκασμού που παραχωρείται για την αποτελεσματική εκπλήρωση των ιδιαζούσης φύσεως καθηκόντων τους. 

Κατά τη χρήση των όπλων ο αστυνομικός προβαίνει σε άσκηση διακριτικής ευχέρειας, η οποία είναι νόμιμη υπό τη προϋπόθεση ότι ανταποκρίνεται στις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας, της χρηστής διοίκησης και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του πολίτη.

4. Για να επιτύχουν όμως οι παραπάνω σκοποί πρέπει ο αστυνομικός κατά τη χρήση του όπλου να βρίσκεται σε σχέση υπεροχής απέναντι στον ταραξία, τον τρομοκράτη και γενικά τον εγκληματία, λόγω της φύσης των καθηκόντων του. 

Η διακινδύνευση της ζωής του παρανομούντος ιδιώτη με την χρήση των όπλων από αστυνομικά όργανα είναι επιτρεπτή (μόνον), όταν δεν μπορεί αλλιώς να αποτραπεί άμεσος και σπουδαίος κίνδυνος που απειλεί άλλα ισόβαθμα ή υπέρτερα έννομα αγαθά. 

Σημειωτέον ότι η σχέση της (νομικής) υπεροχής κατά τη χρήση του όπλου από τον αστυνομικό, έναντι της χρήσης του όπλου από τον απλό πολίτη (ιδιώτη) μπορεί να στηριχθεί και στο άρθρο 2, παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

5. Ομοίως δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις εκείνες, που ο αστυνομικός "κάθεται στο ίδιο σκαμνί του κατηγορουμένου" με αυτόν που συνέλαβε. Όχι σπάνιες είναι επίσης και οι περιπτώσεις, που ο κατηγορούμενος για ελευθέρωση κρατουμένου (άρθρο 172 Π.Κ.) αστυνομικός, "κάθεται στο ίδιο σκαμνί", με τον κατηγορούμενο για απόδραση κρατούμενου (άρθρο 173 Π.Κ.), σε περίπτωση βέβαια που αυτός συλληφθεί.

6. Ταυτόχρονα η χρήση όπλων εκ μέρους των αστυνομικών αποτελεί μια από τις πλέον έντονες επεμβάσεις στα ατομικά δικαιώματα των πολιτών. Πράγματι, το βασικό νομοθετικό πλαίσιο που ρύθμιζε τη χρήση όπλων από δημόσια δύναμη παρέμενε αυτό του ν.29/1943 "περί περιπτώσεων καθ΄ ας επιτρέπεται η χρήσις των όπλων υπό της δημοσίας δυνάμεως", όπως συμπληρώθηκε με το π.δ.141/1991. 

Οι προβλέψεις του ν.29/1943 έχουν επικριθεί ως ατελείς, επικίνδυνες και ως μη εναρμονισμένες με το ισχύον Σύνταγμα και τις Διεθνείς Συμβάσεις (Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, Κώδικας του ΟΗΕ για την συμπεριφορά των στελεχών που είναι επιφορτισμένα με το καθήκον επιβολής του νόμου και Βασικές Αρχές του Ο.Η.Ε. για τη χρήση βίας και όπλων από όργανα επιφορτισμένα με την επιβολή του νόμου). 

Χρήση όπλων από δημόσια δύναμη προβλέπεται και στο β.δ.269/1972 "περί εγκρίσεως του κανονισμού διαλύσεως δημοσίων συναθροίσεων". Το νομοθέτημα αυτό, βασιζόμενο στο ν.δ.794/1971, πολλές διατάξεις του οποίου έρχονται σε ευθεία αντίθεση προς το άρθρο 11 του Συντάγματος και προς το άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), περιέχει αντισυνταγματικές ρυθμίσεις, οι οποίες δεν μπορεί για το λόγο αυτό να εφαρμόζονται.

7. Από την άλλη πλευρά, οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα σχετικά με την εκπλήρωση καθήκοντος προβλεπόμενου στο νόμο, την προσταγή, την άμυνα και την κατάσταση ανάγκης, καθώς και άλλοι λόγοι άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης, όπως λ.χ. η σύγκρουση καθηκόντων, δεν μπορούν από τη φύση και τον προορισμό τους να καλύψουν όλες τις περιπτώσεις επέμβασης με πυροβόλα όπλα εκ μέρους της αστυνομίας. 

Πέραν αυτού, η χρήση πυροβόλων όπλων συνιστά πράξη, για τη δικαιολόγηση της οποίας απαιτείται, σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας, να ορίζονται ειδικότερα στο νόμο οι προϋποθέσεις νόμιμης ενέργειάς της.

8. Το ανεπαρκές, αναχρονιστικό και συγκεχυμένο αυτό καθεστώς είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία σοβαρών προβλημάτων στην αστυνομική δράση, που αφορούσε, αφενός μεν στη διαρκή, δικαιολογημένη ή μη, αμφισβήτηση της νομιμότητας της χρήσης του όπλου από αστυνομικό, αφετέρου δε στην εμφάνιση ενίοτε ατολμίας και διστακτικότητας των αστυνομικών να χρησιμοποιήσουν το όπλο τους, μολονότι αυτό ήταν επιβεβλημένο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες. 

Εξάλλου, η μετάλλαξη του εγκλήματος στη Χώρα μας κατά τα τελευταία έτη προς βιαιότερες μορφές, προβάλλει έντονα το κοινωνικό αίτημα αφενός μεν για διηνεκή εκπαίδευση των αστυνομικών στη χρήση των όπλων, αφετέρου δε για αποκλεισμό από τη χρήση τους όσων αστυνομικών δεν παρέχουν τα εχέγγυα σωματικής και ψυχικής καταλληλότητας προς τούτο.

9. Μετά από τα ανωτέρω κρίθηκε αναγκαίος ο άμεσος εκσυγχρονισμός της σχετικής νομοθεσίας, ώστε αυτή να εναρμονισθεί προς τις συνταγματικές επιταγές και το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων για να καλύψει τις σύγχρονες ανάγκες και απαιτήσεις στον τομέα αντιμετώπισης της εγκληματικότητας.

10. Με το ν.3169/2003 επιχειρείται αφενός μεν να θεσπισθεί ένα σύγχρονο, σαφές και λειτουργικό νομοθετικό πλαίσιο, σχετικά με την οπλοφορία και τη χρήση πυροβόλων όπλων εκ μέρους των αστυνομικών, αφετέρου δε να εμπεδωθεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών και των αστυνομικών. Παράλληλα, στοιχείται η νομοθεσία μας προς το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

11. Οι ρυθμίσεις του νόμου αυτού, διαπνεόμενες από τις αρχές του κράτους δικαίου, αποτελούν ένα φιλελεύθερο πρότυπο ρύθμισης της σχετικής ύλης διεθνώς. 

Μάλιστα οι διατάξεις με τις οποίες τίθενται περιορισμοί στην οπλοφορία και τη χρήση όπλων εκ μέρους των αστυνομικών και θεσπίζεται ο έλεγχος της φυσικής και ψυχικής καταλληλότητας αυτών να οπλοφορούν, σε συνδυασμό με την πρόβλεψη αυστηρής βασικής και συντηρητικής εκπαίδευσης στο χειρισμό και την χρήση των όπλων, πρωτοπορούν σε σχέση με αντίστοιχες νομοθεσίες των ευρωπαϊκών χωρών. Επιμέρους διατάξεις.

1. Ειδικότερα με τις επιμέρους διατάξεις του ν.3169/2003 ορίζονται τα εξής :

α. Στο άρθρο 1 δίδεται η έννοια των βασικών όρων που χρησιμοποιούνται στις επιμέρους διατάξεις, γίνεται διάκριση του οπλισμού σε στατικό, υπηρεσιακό ατομικό και ιδιωτικό ατομικό και προβλέπεται η κλιμάκωση της χρήσης πυροβόλου όπλου (πυροβολισμού), ανάλογα με το στόχο της βολής, σε εκφοβιστικό πυροβολισμό, πυροβολισμό κατά πραγμάτων, πυροβολισμό ακινητοποίησης και πυροβολισμό εξουδετέρωσης. 

Ως αφετηρία για την αξιολόγηση του πυροβολισμού λαμβάνεται υπόψη το αντικειμενικό κριτήριο της πράξης της στόχευσης (σκόπευσης).

β. Στο άρθρο 2 καθορίζονται οι όροι υπό τους οποίους ο αστυνομικός κατέχει και φέρει τον οπλισμό. Βασικές προϋποθέσεις αποτελούν η εκπαίδευσή του στο συγκεκριμένο τύπο οπλισμού και η σωματική και ψυχική καταλληλότητά του. 

Επίσης, προβλέπονται οι υπηρεσιακές καταστάσεις, στις οποίες ο αστυνομικός δε δικαιούται να οπλοφορεί. Πρόκειται για τις καταστάσεις στις οποίες τίθεται ο αστυνομικός για λόγους υγείας (υπηρεσία γραφείου, μόνιμη διαθεσιμότητα, μακρά αναρρωτική άδεια) ή πειθαρχίας (διαθεσιμότητα, αργία με πρόσκαιρη παύση, αργία με απόλυση). 

Προβλέπεται όμως ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, που συντρέχουν ειδικοί λόγοι για την ασφάλεια του συγκεκριμένου αστυνομικού, μπορεί να του επιτραπεί με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας να διατηρήσει το δικαίωμα οπλοφορίας, καίτοι τέθηκε σε κατάσταση, στην οποία δεν επιτρέπεται να οπλοφορεί. 

Τούτο μπορεί να συμβεί, ιδίως όταν αυτός υπηρέτησε σε υπηρεσίες δίωξης ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων με συνέπεια να απειλείται η ζωή ή η σωματική του ακεραιότητα. Παράλληλα, προβλέπεται η δυνατότητα παράδοσης του όπλου στην υπηρεσία προς φύλαξη, όταν ο αστυνομικός βρίσκεται εκτός υπηρεσίας ή πρόκειται να εκτελέσει υπηρεσία χωρίς όπλο.

γ. Επειδή όμως η θέση αστυνομικού σε κάποια από τις προαναφερόμενες καταστάσεις ή ο χαρακτηρισμός του ως μη καταλλήλου να οπλοφορεί απαιτούν διαδικασίες σχετικά χρονοβόρες, παρέχεται με την παράγραφο 4 το δικαίωμα στους διοικούντες και τους ιεραρχικά προϊσταμένους αυτών να αφαιρούν το όπλο του αστυνομικού, όταν υπάρχουν ενδείξεις κακής χρήσης ή πλημμελούς φύλαξης αυτού, ιδίως για λόγους υγείας ή παραβίασης των κανόνων και μέτρων ασφαλείας, προκειμένου να αποφεύγονται ατυχήματα, απώλεια του όπλου ή και εγκληματικές ακόμη πράξεις.

δ. Στην παράγραφο 5 του άρθρου 2 προβλέπονται υπηρεσιακές και άλλες συνέπειες για τους αστυνομικούς που δεν κρίνονται ικανοί να φέρουν όπλα κατά τη συντηρητική εκπαίδευση ή που χαρακτηρίζονται ως μη κατάλληλοι να οπλοφορούν. 

Το μέτρο αυτό λαμβάνεται, ώστε να μην αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο αυτοί που οπλοφορούν και συνεπώς εκτίθενται σε αυξημένους κινδύνους, με εκείνους που δεν οπλοφορούν και χρησιμοποιούνται σε ορισμένες μόνο υπηρεσίες.

ε. Στις παραγράφους 6 και 7 του ιδίου άρθρου ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις κατοχής και οπλοφορίας με ιδιωτικό ατομικό όπλο, οι οποίες γίνονται αυστηρότερες, αφού απαιτείται άδεια αγοράς και άδεια κατοχής και οπλοφορίας και τίθενται γι΄ αυτό οι ίδιοι περιορισμοί που τίθενται και για τον υπηρεσιακό ατομικό οπλισμό. 

Στις περιπτώσεις που ο αστυνομικός υποχρεούται να παραδώσει τον υπηρεσιακό ατομικό οπλισμό του, γιατί έχει χαρακτηρισθεί ως μη κατάλληλος να οπλοφορεί ή έχει λήξει η υπηρεσιακή του σχέση ή τέλος τέθηκε στην κατάσταση της υπηρεσίας γραφείου ή της μόνιμης διαθεσιμότητας, ανακαλείται η αδεία κατοχής και οπλοφορίας και παραδίδει και τον ιδιωτικό ατομικό οπλισμό του. 

Περαιτέρω εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 10 παράγραφος 8 του ν.2168/1993, δηλαδή το όπλο κρατείται στην Υπηρεσία για μία διετία και αν μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα ο αστυνομικός δεν εφοδιασθεί με άδεια κατοχής και οπλοφορίας, όπως κάθε πολίτης, ή δεν μεταβιβάσει το όπλο, τούτο περιέρχεται στην κυριότητα του Δημοσίου.

στ. Τέλος, με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του ιδίου άρθρου παρέχεται εξουσιοδότηση ώστε με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, που δεν δημοσιεύεται για ευνόητους λόγους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να ρυθμισθούν εκ νέου και σε νέα βάση τα θέματα που αφορούν τον έλεγχο, την αποθήκευση και την παράδοση του οπλισμού, καθώς και τα μέτρα ασφαλείας που πρέπει να λαμβάνονται για την πρόληψη ατυχημάτων κατά τον χειρισμό των όπλων.

ζ. Στο άρθρο 3 καθορίζονται οι περιπτώσεις χρήσης πυροβόλου όπλου και οι αρχές που τη διέπουν. Προβλέπεται για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση η επιτρεπτή χρήση του όπλου, η οποία κλιμακώνεται, κατά αξιολογική διαβάθμιση, από την πιο ήπια (εκφοβιστικός πυροβολισμός) έως την πιο επαχθή (πυροβολισμός εξουδετέρωσης). 

Επίσης, ορίζεται ως προϋπόθεση πρόταξης του πυροβόλου όπλου από τον αστυνομικό, η συνδρομή κινδύνου ένοπλης επίθεσης σε βάρος αυτού ή τρίτου. 

Για κάθε περίπτωση χρήσης πυροβόλου όπλου εφαρμόζονται οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, σύμφωνα με τις οποίες ο αστυνομικός υποχρεούται να μην κάνει χρήση πυροβόλου όπλου πριν εξαντλήσει όλα τα ηπιότερα μέσα, όταν δηλαδή το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί με άλλο λιγότερο επαχθές μέτρο και, αν χρειασθεί να γίνει χρήση πυροβόλου όπλου, να επιλεγεί η ηπιότερη μορφή χρήσης αυτού με την μικρότερη δυνατή και αναγκαία προσβολή. 

Εξάλλου, μεταξύ της προσβολής του εννόμου αγαθού του ατόμου και του επιδιωκόμενου νόμιμου σκοπού πρέπει να υπάρχει σχέση αναλογίας (αρχή αναλογικότητας). Η σχέση αυτή υπάρχει μόνον όταν το μέτρο που λαμβάνεται είναι το πλέον κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (καταλληλότητα) και συνεπάγεται κατ΄ ένταση και διάρκεια τα λιγότερα δυνατά μειονεκτήματα. 

Δεν πρέπει δηλαδή η χρήση του όπλου να είναι υπέρμετρα βλαπτική, έστω και αν είναι η μόνη αποτελεσματική. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο αστυνομικός οφείλει να κάνει γνωστή την ιδιότητά του και να καταστήσει σαφές ότι προτίθεται να χρησιμοποιήσει όπλο, δίνοντας επαρκή χρόνο ανταπόκρισης, εκτός αν αυτό θα τον έθετε σε αδικαιολόγητο κίνδυνο ή θα έθετε σε κίνδυνο ζωής ή σοβαρής βλάβης άλλα άτομα ή θα ήταν σαφώς ακατάλληλο ή μάταιο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες.

η. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 3 καθορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται εκφοβιστικός πυροβολισμός ή πυροβολισμός κατά πραγμάτων. Ο πυροβολισμός κατά οχήματος, όταν ενέχει κίνδυνο τραυματισμού των επιβαινόντων, θεωρείται ως πυροβολισμός ακινητοποίησης.

θ. Στην παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου αναφέρονται περιοριστικά οι περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται πυροβολισμός ακινητοποίησης. Οι περιπτώσεις αυτές αναφέρονται , είτε σε άμυνα κατά εγκλήματος συνδεομένου με άμεσο κίνδυνο προσώπου ή κατά εγκλήματος που τελείται με ένοπλη επίθεση, είτε στην αντιμετώπιση ενόπλων σε συγκεκριμένες καταστάσεις που ενέχουν κίνδυνο προσώπου.

ι. Στην παράγραφο 6 του ιδίου άρθρου καθορίζονται οι περιπτώσεις που επιτρέπεται πυροβολισμός εξουδετέρωσης. Αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην αυτοάμυνα ή άμυνα υπέρ τρίτων κατά επαπειλουμένου θανάτου ή σοβαρής σωματικής βλάβης.

Η συνταγματική επιταγή για απόλυτη προστασία της ζωής όλων όσων βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια υπάγει τη χρήση ειδικότερα πυροβολισμού εξουδετέρωσης (θανατηφόρα βολή) όχι μόνο στις προϋποθέσεις της καταλληλότητας και αναγκαιότητας αλλά και σε προηγούμενη στάθμιση. 

Για παράδειγμα δεν νοείται πυροβολισμός εξουδετέρωσης για την παρεμπόδιση απόδρασης κρατούμενου, διότι η ποινική δίωξη της πολιτείας έχει στις περιπτώσεις αυτές δυσανάλογα μικρότερη βαρύτητα σε σχέση με την προστασία της ζωής. 

Επίσης δεν επιτρέπεται η χρήση όπλου που ενδέχεται να καταλήξει στο θάνατο του στοχευόμενου προσώπου που μόλις προέβη σε αρπαγή τσάντας ή διάρρηξη περιπτέρου, έστω κι αν αυτή αποτελεί το μοναδικό μέσο για τη σύλληψή του.

Γενικότερα ο αστυνομικός πυροβολισμός που έχει θανατηφόρο αποτέλεσμα, χωρίς να εξυπηρετείται κάποιος υπέρτερος σκοπός, όπως π.χ. η απελευθέρωση ομήρων που κινδυνεύουν, αποτελεί πράξη άδικη. 

ια. Ταυτόχρονα δε ο πυροβολισμός εξουδετέρωσης (και ακινητοποίησης) οριοθετείται επαρκώς με την εμφατική ρητή απαγόρευσή του κατά την παράγραφο 7 του άρθρου 3 στις εξής τέσσερις περιπτώσεις :

(1) εφόσον υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να πληγεί τρίτος,

(2) εναντίον ενόπλου πλήθους εφόσον υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να πληγούν άοπλοι,

(3) εναντίον ανηλίκου (ως ανήλικος θεωρείται το πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το 18 ο έτος της ηλικίας του), εκτός αν αποτελεί το μοναδικό μέσο για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου θανάτου και

(4) εναντίον προσώπου που τρέπεται σε φυγή, όταν καλείται να υποστεί νόμιμο έλεγχο.

ιβ. Στις παραγράφους 8 και 9 του ιδίου άρθρου ορίζεται, αφενός ότι για τη χρήση πυροβόλου όπλου απαιτείται προσταγή του επικεφαλής προκειμένου για αστυνομικούς που ενεργούν ως ομάδα (π.χ. επέμβαση Ε.Κ.Α.Μ. σε περίπτωση ομηρίας), εκτός αν ο αστυνομικός δέχεται επίθεση, από την οποία απειλείται βαριά σωματική βλάβη ή θανάτωσή του και αφετέρου, ότι δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του αστυνομικού προκειμένου για αντισυνταγματική ή πρόδηλα παράνομη διαταγή ανωτέρου για τη χρήση πυροβόλου όπλου.

Τέλος, ως προς το ζήτημα ποιος καθορίζει και προπάντων ποιος αποφασίζει για την ύπαρξη και την έκταση εφαρμογής των παραπάνω αρχών στην αστυνομική πρακτική, γίνεται δεκτό ότι, την απόφαση λαμβάνει αυτός που έχει την ευθύνη να ενεργήσει, σύμφωνα με όσα ο νόμος ορίζει. 

Είναι όμως ευνόητο ότι, στις μεμονωμένες περιπτώσεις, εκεί δηλαδή που ο αστυνομικός ενεργεί ουσιαστικώς μόνος του (π.χ. σε νυκτερινή υπηρεσία το πλήρωμα περιπολικού δέχεται επίθεση από ελεγχόμενους) την αποκλειστική ευθύνη για την εφαρμογή των παραπάνω αρχών, την φέρει ατομικά ο κάθε αστυνομικός χωριστά. 

Το τελευταίο δείχνει και τον υψηλό βαθμό της γνώσης, που πρέπει (και οφείλει) να έχει ακόμα και ο τελευταίος σε βαθμό αστυνομικός, σε (νομικά) θέματα σχετικά με την χρήση των όπλων. 

Σημειώνεται ότι σε κάθε περίπτωση η άμυνα αποτελεί δικαίωμα του ατόμου και μάλιστα δικαίωμα αυτοτελές, ίδιο και δημόσιο.

Η χρήση των όπλων γίνεται με πρωτοβουλία και ευθύνη των αστυνομικών, οι οποίοι οφείλουν να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε η επιτρεπτή και δικαιολογημένη αυτή χρήση να είναι «επαγγελματική». 

Χαρακτηριστική είναι η απόφαση 19/2002 του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που στοιχειοθέτησε αστική ευθύνη του εναγόμενου Δημοσίου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης μελών της οικογένειας μαθητή που θανατώθηκε από εκπυρσοκρότηση όπλου αστυνομικού, ο οποίος παρέβη από βαριά αμέλεια τους κανόνες χρήσης των όπλων.

ιγ. Με την παράγραφο 10 του ιδίου άρθρου επιβάλλεται ρητά η υποχρέωση αναφοράς κάθε περίπτωσης χρήσης όπλων από αστυνομικούς στις αρμόδιες αστυνομικές Υπηρεσίες και Δικαστικές αρχές (οικείο εισαγγελέα), σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, για να ελέγχεται η νομιμότητά της.

ιδ. Στο άρθρο 4 θεσπίζεται υποχρέωση των αρμοδίων Υγειονομικών Επιτροπών, ώστε, όταν γνωματεύουν, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, για τη σωματική ικανότητα των αστυνομικών, να αποφαίνονται ειδικά και για την καταλληλότητά τους να φέρουν όπλα. 

Επίσης καθιερώνεται, για πρώτη φορά, ο έλεγχος όλων των αστυνομικων από ειδική Επιτροπή της Υγειονομικής Υπηρεσίας της Αστυνομίας, ώστε να κριθεί αν είναι κατάλληλοι να φέρουν πυροβόλο όπλο. 

΄Ετσι, πέρα από τις ψυχοτεχνικές δοκιμασίες, στις οποίες υποβάλλονται για την εισαγωγή τους στις Αστυνομικές Σχολές, με τη συμπλήρωση πέντε ετών και αφού θα έχουν δοκιμασθεί στις συνθήκες του αστυνομικού επαγγέλματος θα υποβάλλονται και στον ως άνω έλεγχο. 

Αυτός περιλαμβάνει ψυχοτεχνικές δοκιμασίες και συνέντευξη των εξεταζομένων, ώστε να διερευνηθεί η εν γένει προσωπικότητα αυτών και κατά πόσο αυτή παρέχει τα εχέγγυα για ορθή χρήση του όπλου. 

΄Οσοι κριθούν ως μη κατάλληλοι να οπλοφορούν τοποθετούνται σε υπηρεσιακές θέσεις, στις οποίες δεν επιτρέπεται η οπλοφορία ή τους ανατίθεται η εκτέλεση υπηρεσίας, για την οποία δεν είναι απαραίτητη η οπλοφορία. 

Προκειμένου να εξασφαλισθεί η τήρηση της διαδικασίας αυτής συνιστώνται οι αναγκαίες νέες οργανικές θέσεις ψυχιάτρων και ψυχολόγων της Αστυνομίας, ούτως ώστε να στελεχωθούν, η Υγειονομική Υπηρεσία και οι Αστυνομικές Διευθύνσεις της Χώρας με επαρκές και κατάλληλο επιστημονικό προσωπικό για τον έλεγχο και την ψυχολογική υποστήριξη των αστυνομικών.

ιε. Στο άρθρο 5 ρυθμίζονται τα θέματα εκπαίδευσης στην Οπλοτεχνική – Σκοποβολή και ίδρυσης σκοπευτηρίων. Η εκπαίδευση των αστυνομικών στην Οπλοτεχνική – Σκοποβολή είναι αναγκαίος όρος για την ορθή χρήση των όπλων. 

Αυτή διακρίνεται στη βασική εκπαίδευση, η οποία πραγματοποιείται στις Σχολές της Αστυνομικής Ακαδημίας και στη συντηρητική εκπαίδευση, η οποία αποσκοπεί στη διατήρηση της ικανότητας του αστυνομικού στο χειρισμό των όπλων. 

Για πρώτη φορά ορίζεται ότι η ικανότητα χρήσης του οπλισμού αποτελεί βασικό στοιχείο για να ονομασθεί κάποιος αστυνομικός, αφού η αποτυχία στο μάθημα της Οπλοτεχνικής – Σκοποβολής συνιστά πλέον λόγο αποβολής από τη Σχολή Αξιωματικών και από τη Σχολή Αστυφυλάκων. 

Η εκπαίδευση στη χρήση των όπλων γίνεται τόσο υπό συνθήκες πραγματικών καταστάσεων, όσο και υπό συνθήκες προσομοίωσης με ειδικά μηχανήματα. Για την κάλυψη των αναγκών εκπαίδευσης ιδρύονται και λειτουργούν σε κάθε νομό κλειστά ή ανοικτά σκοπευτήρια.

Τέλος, με την παράγραφο 4 του άρθρου 5 προβλέπεται διαδικασία παραπομπής του εκπαιδευόμενου αστυνομικού από τον προϊστάμενο του φορέα εκπαίδευσης στην Επιτροπή του άρθρου 4 για να γνωματεύσει σχετικά με την καταλληλότητά του να οπλοφορεί στις περιπτώσεις που υπάρχουν ενδείξεις κακής χρήσης του όπλου για λόγους υγείας.

ιστ. Στο άρθρο 6 θεσπίζονται αυστηρές ποινικές κυρώσεις για την πλημμελή φύλαξη του όπλου, ιδίως όταν αυτή έχει ως αποτέλεσμα να περιέλθει το όπλο σε τρίτους, καθώς και για την παράνομη παράδοση του όπλου σε άλλον, την παράνομη κατοχή, την παράνομη οπλοφορία και την παράνομη απειλή και χρήση.

ιζ. Με το άρθρο 8 καταργούνται ρητά οι διατάξεις του ν.29/1943 και της παραγράφου 5 του άρθρου 101 του ν.δ.3365/1955.

2. Η παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας, η οποία καταλήγει σε αυθαίρετη αστυνομική βία, τορπιλίζει τις σχέσεις Αστυνομίας – πολιτών, αφού ακυρώνει το ρόλο τους ως φρουρών των εννόμων αγαθών. 

Προπάντων, η αλόγιστη χρήση των όπλων, εμπεριέχουσα περιφρόνηση στο πολυτιμότερο έννομο αγαθό τη ζωή, καταγράφεται – ορισμένες φορές βέβαια καθ΄ υπερβολή – ως προδήλως μη προσήκουσα αστυνομική συμπεριφορά και στα Μ.Μ.Ε. με άμεσο αρνητικό αντίκτυπο στην κοινή γνώμη. 

Το γεγονός ότι τα επακολουθούντα δυσμενή σχόλια και η έντονα αρνητική προδιάθεση λειτουργούν στη συλλογική συνείδηση βάσει του γένους του δράστη, δηλαδή της ιδιότητάς του ως αστυνομικού και όχι βάσει του προσώπου του, έχει ως αποτέλεσμα να πλήττεται καίρια το κύρος του αστυνομικού θεσμού, καθώς και το αίσθημα ασφάλειας και εμπιστοσύνης που εξ ορισμού αυτός οφείλει να αποπνέει (Ζ. Παπαϊωάννου, Αστυνομικό Δίκαιο, Β΄ έκδοση, ΑΦΟΙ ΣΑΚΚΟΥΛΑ, 2006).

staratalogia.blogspot.gr


.........................

Χρήση όπλων από αστυνομικούς - Γ' Μέρος, του Νικολάου Αθ. Μπλάνη



Μέρος Γ΄. Νομολογία Ελληνικών Δικαστηρίων και Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.


Περιπτώσεις από τη Νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων.

Βούλευμα 167/1991 Συμβουλίου Πλημ/κών Σερρών.


Παρατίθεται το ανωτέρω Βούλευμα που αφορά την άμυνα και είναι εναρμονισμένο με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Σ. και 139 Κ.Π.Δ., διότι περιέχει με σαφήνεια τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά καθώς επίσης και τις σχετικές σκέψεις, επικουρούμενες από επιστημονικές απόψεις, που δικαιολογούν την κατάληξή του. 

Για την πληρότητα της τελειωτικής κρίσης–απόφασης του σχετικού βουλεύματος οπωσδήποτε συνετέλεσε και η εξυπαρχής επισήμανση στην εισαγγελική πρόταση της φύσεως της άμυνας και τη δικαιολογητικής της βάσεως. 

 Από εκεί και πέρα η επιχειρηθείσα ανάλυση των όρων του άρθρου 22 Π.Κ. είναι ευστοχότατη, αφού πέραν των άλλων και την επιστημονική, συναγόμενη από τη διάταξη αυτή, ερμηνεία ακολουθεί, αλλά και σε νομολογιακά δεδομένα στηρίζεται.

" …. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 Π.Κ. δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας. ΄Αμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου, στην οποία προβαίνει το άτομο για να υπερασπισθεί, τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση, που στρέφεται εναντίον τους. 

 Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις λοιπές περιστάσεις. Η άμυνα είναι το παραχωρημένο στα φυσικά πρόσωπα δικαίωμα της κρατικής εξουσίας για την απόκρουση της προσβολής εννόμων αγαθών και την αποτροπή της διαταράξεως της ειρηνεύσεώς τους μέσα στον κοινωνικό χώρο. 

 Η άμυνα αποτελεί δικαίωμα του ατόμου και μάλιστα δικαίωμα αυτοτελές, ίδιο και δημόσιο. Εκείνο το οποίο κύρια ερευνάται είναι το αναγκαίο μέτρο της, πέρα από το οποίο υπάρχει υπέρβασή της. Ενδεικτικά κριτήρια είναι ο βαθμός του επικινδύνου της επιθέσεως, το είδος της απειλούμενης βλάβης, ο τρόπος της επιθέσεως, η έντασή της και άλλες περιστάσεις. 

Πρέπει να τονισθεί πως στην περίπτωση της άμυνας δε γίνεται αντιστάθμιση των εννόμων αγαθών, που συγκρούονται και προσβάλλονται τόσο από την άδικη επίθεση όσο και από την άμυνα. 

 Δε γίνεται αξιολόγηση των εννόμων αγαθών, όπως συμβαίνει στην κατάσταση ανάγκης, ώστε να απαιτείται αναλογία ανάμεσα στο έννομο αγαθό που κινδυνεύει με την επίθεση και στο έννομο αγαθό που προσβάλλεται με την άμυνα. 

 ΄Ετσι, στην άμυνα μπορεί να προσβληθεί έννομο αγαθό του επιτιθέμενου υπέρτερο από το αγαθό που κινδύνευσε με την επίθεση, αρκεί να μην υπάρχει απαράδεκτη δυσαναλογία (Π.Κ. 22, παρ. 3). 

 Εκείνο το οποίο μετρά στην υπέρβαση (Π.Κ. 23), δεν είναι η τελική βλάβη ή διακινδύνευση των αγαθών του επιτιθέμενου, αλλά ο τρόπος της άμυνας, η έντασή της, ή με άλλα λόγια η παραδοχή του ορθού μέτρου ενός αναγνωρισμένου μέσου (προσβολή) για ένα αναγνωρισμένο σκοπό (υπεράσπιση). 

Στην υπέρβαση της άμυνας κρίνεται η ενέργεια του αμυνόμενου και όχι το τυχόν αποτέλεσμά της. Το ζήτημα αν συντρέχει περίπτωση υπερβάσεως των ορίων της άμυνας είναι πραγματικό και ποιο είναι το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται αντικειμενικά, όχι μόνο από τα στοιχεία που ενδεικτικά αναφέρει η διάταξη του Π.Κ. 22 παρ. 3, αλλά και από τις λοιπές περιστάσεις. 

Με αυτά τα νομικά δεδομένα και σύμφωνα με τα περιστατικά, ο Αστυφύλακας Χ.Σ. αντιτάσσοντας άμυνα κατά της άδικης επίθεσης του Π.Χ., αναμφισβήτητα δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο της άμυνας, αφού αρχικά μεταχειρίσθηκε απλά μέτρα εκφοβισμού (πυροβολισμοί στον αέρα), στην συνέχεια ηπιώτερα μέτρα προσβολής (απλή σωματική βλάβη με τραυματισμό στα πόδια) και τέλος πυροβολισμό στην κοιλιακή χώρα, ο οποίος επέφερε μεν την επικίνδυνη σωματική βλάβη του Π.Χ., αλλά υπήρξε αποτελεσματικός, αφού με αυτόν αποκρούστηκε η άδικη επίθεση που δεχόταν. 

 Ο Χ.Σ. μάλιστα δε θα υπερέβαινε στη συγκεκριμένη περίπτωση τα όρια αμύνης, ακόμη κι αν πυροβολούσε τον Π.Χ. στο κεφάλι ή στην καρδιά και τον εφόνευε, δεδομένου ότι είχε εξαντλήσει όλα τα ηπιώτερα μέσα και δεν απέδωσαν, του έμενε δε μόνο μία σφαίρα και αν αστοχούσε ή τον πυροβολούσε σε άλλο μη ζωτικό σημείο, δεν θα του απέμενε κανένα μέσο άμυνας και ήταν εξαιρετικά πιθανή η θανάτωσή του ή ο βαρύς τραυματισμός του από την άδικη επίθεση του Π.Χ.

Επίσης, δεν επηρεάζει καθόλου την άμυνα, την οποία αντέταξε ο Χ.Σ., το γεγονός ότι ο Π.Χ. είναι ακαταλόγιστος, διότι το γεγονός του καταλογισμού της επιθέσεως είναι απολύτως αδιάφορο, όπως επίσης και ο αξιόποινος χαρακτήρας της επιθέσεως, η οποία δικαιολογεί την άμυνα. 

 Αίρεται, λοιπόν, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων του Αστυφύλακα Χ.Σ., και μη υπάρχοντος έτσι του απαραίτητου αυτού στοιχείου του εγκλήματος, πρέπει να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του, σύμφωνα με τα άρθρα 309, παρ. 1α και 310, παρ. 1 Κ.Π.Δ. " .

Συμβούλιο Α.Π. 1235/1995 (Βλέπ. Ποιν. Χρον. ΜΣΤ σελ. 365 επόμ.).

Είναι ορθή και αιτιολογημένη η απαλλαγή για ανθρωποκτονία με πρόθεση, του κατηγορουμένου αστυνομικού, ο οποίος πυροβόλησε και σκότωσε τρίτον, ο οποίος μόλις είχε πυροβολήσει κατά συναδέλφων του, αμυνόμενος υπέρ αυτών. 

Το γεγονός ότι ο παθών μετά τους πυροβολισμούς εστράφη προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη στην οποία είχε πυροβολήσει, δεν αίρει το γεγονός της επίθεσης, δεδομένου ότι αυτός είχε πυροβολήσει και προηγουμένως κατά αστυνομικών και συνέχιζε να κρατάει σε κάθε χέρι του ένα πυροβόλο όπλο, το ένα από τα οποία ήταν προτεταμένο σε κατάσταση σκοπεύσεως. 

Η εντολή των προϊσταμένων του κατηγορουμένου να αποφευχθεί η χρήση όπλων και να γίνει προσπάθεια σύλληψης των παρόντων, δεν αποκλείει την απόκρουση της επιθέσεως, διότι το δικαίωμα άμυνας δεν μπορεί να καταργηθεί από τις εντολές οποιουδήποτε.

Η αντίθετη Εισαγγελική πρόταση του Α.Σταθόπουλου (Αριθμός 1240/1994 σε Συμβούλιο) έχει ως εξής :

Το Συμβούλιο Εφετών, που εξέδωσε το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά δικαστική κρίση του, δέχθηκε αιτιολογημένα ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν τελούσε σε κατάσταση αμύνης, διότι επυροβόλησε και σκότωσε τον Μ.Π., όταν αυτός αποχωρούσε και είχε οριστικά παύσει την ένοπλη επίθεσή του κατά των αστυνομικών, δηλαδή δέχθηκε ότι δεν υπήρχε παρούσα επίθεση, αποκρουστέα κατά τον ανθρωποκτόνο πυροβολισμό, γιατί το θύμα, μετά τον τραυματισμό του από τους αστυνομικούς Α.Μ. και Ι.Α. και πριν να πληγεί από την θανατηφόρο βολή", πραγματοποίησε στροφή προς αριστερά, κλονιζόμενος προφανώς για να αποχωρήσει …… και ήδη ήταν έτοιμος να καταρρεύσει …… είχε εγκαταλείψει το άκρο του εξώστη της οικίας Κ., προχωρούσε δε κλονιζόμενος από τα τραύματά του στο εσωτερικό του εξώστη".

΄Ετσι με τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, καταλήγει στο σαφές ανέλεγκτο συμπέρασμά του ότι "ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου αυτού ότι ενήργησε ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ΄ουσίαν, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της άμυνας, μετά την περάτωση της επιθέσεως". 

 Η διατυπούμενη στην αναίρεση άποψη πως η λήξασα επίθεση του θύματος επρόκειτο να επαναληφθεί αντίκειται στην ανέλεγκτη και αιτιολογημένη ουσιαστική δικαστική κρίση, κατά την οποία η επίθεση κατά των αστυνομικών είχε λήξει οριστικά. 

Επομένως, στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, ο περί αμύνης ισχυρισμός του αναιρεσείοντος απορρίπτεται με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, ο δε σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η δικαστική κρίση φέρεται στηριχθείσα στην εκδοχή πως εκ της επιθέσεως διακινδύνευσε η ζωή των συναδέλφων του αναιρεσείοντος και όχι του ίδιου, ερείδεται επί εσφαλμένης και αναληθούς προϋποθέσεως.

Βούλευμα 1455/95 Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (Βλέπ. Υπεράσπιση 1996 σε. 989 επόμ.) Και οι αστυνομικοί δικαιούνται σε άμυνα, όταν δέχονται επίθεση από κακοποιούς. 

 Δεν είναι υποχρεωμένος ο κατηγορούμενος και οι λοιποί αστυνομικοί να υπακούσουν σε εντολή προϊσταμένου των (περί μη χρήσεως όπλων και οποιασδήποτε μορφής βίας και να προσπαθήσουν να συλλάβουν σώους τους εισελθόντες σε οικία) και να μην ασκήσουν το παρεχόμενο από το νόμο δικαίωμα νομίμου αμύνης, το οποίο δεν μπορούν να καταργούν οι εντολές οποιουδήποτε.

Βούλευμα 2752/1995 Συμβ. Πλημ/κών Αθηνών (Βλέπ. Ποιν. Χρον. ΜΣΤ σελ. 700 επόμ.). Στην περίπτωση αυτή παραπέμπεται για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως καθ΄υπέρβαση των ορίων αμύνης και για παράνομη οπλοχρησία ο αστυνομικός, ο οποίος πυροβόλησε περισσότερες φορές με το υπηρεσιακό του περίστροφο τον παθόντα, όταν ο τελευταίος κινήθηκε εναντίον του με μαχαίρι προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη. 

 Συντρέχει υπέρβαση των ορίων αμύνης, διότι ο κατηγορούμενος διέθεσε επικινδυνότερο και αποτελεσματικότερο μέσο από τον παθόντα και δεν περιορίστηκε να πυροβολήσει εναντίον του σε όχι καίριο σημείο του σώματος, ούτε πυροβόλησε στον αέρα για να τον εκφοβίσει, αλλά τον πυροβόλησε απανωτά στο θώρακα.

Βούλευμα 7/1995 Πλημ/κείου Βέροιας (Ποιν. Χρον. ΜΕ σελ. 368). Παραπέμπεται για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και οπλοχρησία, ο αστυνομικός ο οποίος πυροβόλησε στην καρδιά από μικρή απόσταση με το υπηρεσιακό του περίστροφο Αλβανό λαθρομετανάστευση, ο οποίος επιχειρούσε να διαρρήξει καντίνα. 

Δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της ανθρωποκτονίας λόγω άμυνας και εν πάση περιπτώσει, συντρέχει υπέρβαση των ορίων άμυνας, διότι το θύμα δεν επιτέθηκε εναντίον του κατηγορουμένου, αλλά είχε τραπεί σε φυγή, για να αποφύγει τη σύλληψη, ο δε κατηγορούμενος θα μπορούσε να είχε πυροβολήσει είτε προς εκφοβισμό, είτε σε μη ευπαθή σημεία του σώματος.

Βούλευμα 13/1997 Συμβ. Πλημ/κών Καστοριάς (Αρμενόπ. 1997 σε. 1061). Αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της βαριάς σωματικής βλάβης που προκάλεσαν οι κατηγορούμενοι αστυνομικοί σε λαθρομετανάστη, όταν κινδύνευσαν από την επίθεση των (έριχναν πέτρες και ξύλα εναντίον των αστυνομικών). 

Η αμυντική τους αυτή ενέργεια ήταν αναγκαία για την υπεράσπιση της ζωής τους, τη στιγμή μάλιστα, που ο αριθμός των λαθρομεταναστών ήταν μεγάλος, σε αντίθεση με το μικρό αριθμό των μελών του αποσπάσματος των αστυνομικών.

Νομολογία Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τη χρήση θανατηφόρας βίας.

Στην νομολογία του Δικαστηρίου έχει γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση προσφυγής των εθνικών Αρχών σε χρήση βίας από την οποία προκαλείται θάνατος, ακόμη και εξ αμελείας, πρέπει να αποδεικνύεται ότι η βία αυτή ήταν απολύτως αναγκαία για την επίτευξη ενός από τους σκοπούς που μνημονεύονται στις περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄ του άρθρου 2 Ε.Σ.Δ.Α.. 

 Και τούτο διότι στο άρθρο 2, παρ. 2 χρησιμοποιείται η έκφραση : "βίας (…) απολύτως αναγκαίας", γεγονός που διαφοροποιεί καταδήλως την ένταση της αναγκαιότητας που απαιτείται από το άρθρο αυτό, έναντι της έντασης που απαιτείται από τη Σύμβαση στα άρθρα 8 έως και 11 όπου γίνεται λόγος περί απλώς αναγκαίου μέτρου εντός δημοκρατικής κοινωνίας (απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Σεπτεμβρίου 1995, McCann και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου).

Πέραν της ποινής του θανάτου που επιβάλλεται σε περιπτώσεις προβλεπόμενες από τον νόμο, η Σύμβαση δεν επιτρέπει την ενσυνείδητη επιβολή του θανάτου. Η πρόκληση του θανάτου είτε ως επιθετική πράξη, είτε ως πράξη καταστολής, κατ΄αρχάς απαγορεύεται, υποβάλλεται δε στα περιοριστικά κριτήρια της παραγράφου 2 του άρθρου 2 τα οποία, κατά την εφαρμογή τους, διέπονται από την αρχή της αναλογικότητας.

Καταδιωκτικές πράξεις.
Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου McCann και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου (27 Σεπτεμβρίου 1995) τα πραγματικά περιστατικά είχαν ως ακολούθως : 

Οι βρετανικές Αρχές, είχαν εντοπίσει στο Γιβραλτάρ τρία πρόσωπα που θεωρούσαν ως επικίνδυνους τρομοκράτες του IRA. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της αστυνομίας ετοιμάζονταν για βομβιστική επίθεση σε βάρος του άμαχου πληθυσμού. 

Η σύλληψή τους επιχειρήθηκε κοντά στο αυτοκίνητο που οι Αρχές θεώρησαν ότι είχαν φορτώσει με τον εκρηκτικό μηχανισμό. Πήγαν να αντισταθούν κάνοντας κάποιες κινήσεις που οι καταδιωκτικές Αρχές, ως δέχθηκε το Δικαστήριο, τις εξέλαβαν ως ύστατη προσπάθεια να τεθεί σε ενέργεια ο εκρηκτικός μηχανισμός. 

Πυροβολήθηκαν επίμονα και φυσικά, σκοτώθηκαν. 

 Διαπιστώθηκε εκ των υστέρων ότι ούτε όπλα έφεραν επάνω τους, ούτε εκρηκτικό μηχανισμό. Αποδεικνύεται όμως ότι ετοίμαζαν τρομοκρατική ενέργεια. 

Το Δικαστήριο δεν διέγνωσε ότι εντός των οδηγιών που είχαν δώσει οι προϊστάμενοι στα εκτελεστικά όργανα της αστυνομίας εμπεριείχετο η παραίνεση της άνευ προκλήσεως αφαιρέσεως της ζωής των ως άνω φονευθέντων.

Όμως, διαπιστώνει παραβίαση του άρθρου 2. Χωρίς περαιτέρω βάσανο των πραγματικών περιστατικών, οι αστυνομικές Αρχές, κρίνει το Δικαστήριο, εξέλαβαν ως ακριβή μόνο μία από τις πλείονες υποθέσεις εργασίας που εμφανίζονταν ως ευλογοφανείς στη φάση οργανώσεως της καταδιωκτικής ενέργειας. 

Δεν επεχείρησαν να τους συλλάβουν νωρίτερα, ή να τους σταματήσουν στα σύνορα. Δεν εξετίμησαν, όσο έπρεπε τις πληροφορίες που είχαν στη διάθεσή τους, με αποτέλεσμα, χωρίς ιδιαίτερο προβληματισμό, να αφαιρέσουν ανθρώπινες ζωές.

Η καταδίωξη προσώπου, το οποίο τελικά σκοτώθηκε κατά την καταδίωξη, τότε μόνο δικαιολογεί την προσφυγή στη χρήση της θανατικής βίας όταν εμφανίζεται απολύτως αναγκαία εν όψει της καταδιωκτικής δραστηριότητας (απόφαση της Επιτροπής της 6ης Οκτωβρίου 1986, προσφυγή 11257/84).

Κατά το Δικαστήριο, όπου λόγοι ασφαλείας καθιστούν, κατά την κρίση των εθνικών Αρχών, αναγκαία η λήψη μέτρων ελέγχου επί των οδών, οι Αρχές τελούν υπό την υποχρέωση να οργανώσουν τον έλεγχο αυτόν κατά τέτοιο τρόπο που να ελαχιστοποιήσουν, στο μέγιστο δυνατό σημείο, την προσφυγή σε βία που προκαλεί θάνατο (απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Σεπτεμβρίου 1995, 
McCann και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου). 

 Προσφάτως η Επιτροπή έκρινε ότι παρεβιάσθη το άρθρο 2 στην περίπτωση του συζύγου της προσφεύγουσας, ο οποίος, ενώ επέβαινε του οχήματός του που τον μετέφερε για πραγματοποίηση ελέγχου επί οικοδομήματος, θανατώθηκε από αστυνομικό που του ζήτησε να σταματήσει. 

 Ο αστυνομικός θεώρησε ότι ο σύζυγος της προσφεύγουσας επιδίωξε να ξεφύγει, ενώ, κατά την Επιτροπή, τίποτε δεν δικαιολογούσε την εντύπωση αυτή του αστυνομικού (έκθεση της Επιτροπής της 18ης Σεπτεμβρίου 1997, Gulten Aytekin κατά Τουρκίας).

Υπόθεση Ανδρόνικου και Κωνσταντίνου κατά Κύπρου.

Απόφαση της 9-10-1997.

Μία κοινή ερωτική ιστορία μετατρέπεται, παραμονή Χριστουγέννων, σε δράμα. 

Ο άνδρας κρατεί όμηρο τη μνηστή του που θέλει να τον εγκαταλείψει και απειλεί με όπλο να την σκοτώσει. Οι δυνάμεις ασφαλείας επεμβαίνουν για να τη σώσουν πριν είναι αργά. 

 Την γαζώνουν με σφαίρες, το ίδιο και τον μνηστήρα της. Οι οικείοι τους προσφεύγουν στην Ευρωπαϊκή δικαιοσύνη προβάλλοντας ότι οι Κυπριακές Αρχές δεν σεβάσθηκαν, όσο θα έπρεπε, το δικαίωμα στη ζωή. 

Το Δικαστήριο απορρίπτει, αφού εκτιμά ότι δεν απεδείχθη ότι η επιχείρηση διάσωσης δεν προγραμματίσθηκε και οργανώθηκε κατά τρόπο που να περιορίζει κατά το δυνατόν κάθε κίνδυνο για τη ζωή των ενδιαφερομένων. 

 Επίσης εκτιμά, ότι η χρήση θανατηφόρας βίας σ΄αυτές τις συνθήκες, όσο λυπηρή και αν είναι, δεν ξεπέρασε αυτό που ήταν "απολύτως αναγκαίο" για την υπεράσπιση της ζωής της ΄Ελσης Κωνσταντίνου και αυτής των οργάνων της Μηχανοκίνητης Μονάδας ΄Αμεσης Δράσης (Μ.Μ.Α.Δ.) και δεν αποτελούσε παραβίαση από το καθού Κράτος των υποχρεώσεών του σε σχέση με το άρθρο 2, παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α…. ….

… Οι Αρχές επέδειξαν την απαιτούμενη προσοχή για να εξασφαλίσουν ότι κάθε διακινδύνευση της ζωής της ΄Ελσης Κωνσταντίνου και του Λευτέρη Ανδρόνικου είχαν περιορισθεί στο ελάχιστο και ότι οι Αρχές δεν επέδειξαν αμέλεια στην επιλογή των μέτρων που έλαβαν. 

 Το Δικαστήριο δεν κρίνει ως εκ τούτου, σκόπιμο να εξετάσει, υπό το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων προσεγγίσεως, τα προτερήματα μιας εναλλακτικής τακτικής, παραδείγματος χάριν, της χρήσης ναρκωτικών στην τροφή του Λ. Α, νωρίς το απόγευμα της 24ης Δεκεμβρίου ή της προσφυγής σε ψυχολόγους κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, ούτε την υποκατάσταση της δικής της εκτιμήσεως σ΄ αυτήν των Αρχών που ευρέθησαν αντιμέτωπες με ένα δίλημμα χωρίς προηγούμενο για το καθού Κράτος και την ανάγκη λήψεως δραστικών μέτρων για να εξέλθει από το αδιέξοδο που είχε περιέλθει.

Πρέπει να τονισθεί ότι οι εναλλακτικές τακτικές εξετάσθηκαν πράγματι και αναλύθηκαν από την Κυπριακή Επιτροπή διερεύνησης και ότι οι γνωματεύσεις των ειδικών διέφεραν ως προς τη σκοπιμότητα προσφυγής σ΄αυτές εν όψει των συνθηκών της επίδικης υποθέσεως ..…. 

Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι οι Αρχές προσπάθησαν να βάλουν τέλος στο συμβάν χρησιμοποιώντας την πειθώ και το διάλογο μέχρι την τελευταία στιγμή. 

Ο διαπραγματευτής της αστυνομίας συνέχισε τις προσπάθειές του κατά την τελευταία φάση του συμβάντος προκειμένου να βεβαιώσει τον Λευτέρη Ανδρόνικο ότι κανένα κακό δεν θα του συνέβαινε εάν απελευθέρωνε τη νέα γυναίκα. 

Αυτή η προσπάθεια, που υποστηρίχθηκε από τις Αρχές για την επίλυση του προβλήματος δια διαπραγματεύσεων, δείχνει ότι αυτές είχαν επιμεληθεί, ώστε να προσφύγουν στα όργανα της Μ.Μ.Α.Δ. μόνον ως έσχατο μέσο. 

Εάν υπήρξαν ελλείψεις, όπως, παραδείγματος χάριν, ότι δεν απεμακρύνθησαν οι περίεργοι ή ότι δεν προβλέφθηκε μια ειδική τελεφωνική σύνδεση μεταξύ του διαπραγματευτή της αστυνομίας και του Λ.Α, το Δικαστήριο εκτιμά εκ τούτου ότι, γενικώς, οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν κατά τρόπο που μπορεί να γίνει δεκτό ότι, εν όψει των συνθηκών, υπήρξε εύλογος…….

Πρέπει να υπογραμμισθεί ότι μια ώρα πριν τα μεσάνυκτα, μπορούσε κανείς να ακούσει την Ε.Κ. που φώναζε ότι ο Λ.Α. θα την σκότωνε και ότι ο ίδιος είχε ήδη καταδείξει τις βίαιες προθέσεις του με τα κτυπήματα που είχε επιφέρει κατά της μνηστής του. 

Σ΄ αυτές τις συνθήκες και γνωρίζοντας ότι ο Λ.Α. ήταν οπλισμένος, οι Αρχές μπορούσαν λογικά να εκτιμήσουν ότι, κοντά στα μεσάνυχτα, οι διαπραγματεύσεις είχαν αποτύχει και ότι έπρεπε να προσπαθήσουν να μπούν στο διαμέρισμα να αφοπλίσουν και να συλλάβουν τον Λ.Α., ώστε να ελευθερωθεί η Ε.Κ.

Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η χρήση βίας από τα όργανα της Μ.Μ.Α.Δ. σ΄αυτές τις συνθήκες ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της βίαιης αντίδρασης του Λ.Α. κατά τη διάρκεια της επίθεσης στο διαμέρισμά του. 

 Ο τελευταίος επιδίωξε να σκοτώσει το πρώτο όργανο που εισήλθε στο διαμέρισμα και έριξε τη δεύτερη σφαίρα του στην Ε.Κ. Η αντίδρασή του προκάλεσε μια κατάσταση εντός της οποίας οι αποφάσεις έπρεπε να ληφθούν σε κλάσματα δευτερολέπτου για να απωθηθεί ο κίνδυνος, πραγματικός και άμεσος, που παρουσίαζε για την Ε.Κ. και τα όργανα επέμβασης. 

Το Δικαστήριο, ερεύνησε προς δύο κατευθύνσεις το ζήτημα που του ετέθη : 

Πρώτον, εάν είχαν, ληφθεί τα προληπτικά εκείνα μέτρα τα οποία απαιτούνταν για την προστασία της ζωής των προσώπων που ευρέθησαν εμπλεκόμενα στην υπόθεση. Και τα πρόσωπα αυτά εκτός της Ε.Κ. και του Λ.Α. ήσαν και τα όργανα ασφαλείας. 

 Και, δεύτερον, εάν η Κυπριακή Δημοκρατία οργάνωσε, μετά την κατάληξη της επιχείρησης, τις αναγκαίες και πρόσφορες διαδικασίες για να καταλογισθούν τυχόν ευθύνες.


Η έρευνα που διεξήχθη μετά το τραγικό γεγονός ήταν εξαιρετικά ενδελεχής, γι΄αυτό και δεν έθεσε κανένα σοβαρό ζήτημα συμβατότητας με τις απαιτήσεις του άρθρου 2. Το καίριο ερώτημα ήταν αυτό για την προσφορότητα των προληπτικών μέτρων, ενόψει μάλιστα του γνωστού τέλους της ιστορίας. Το Δικαστήριο αρνείται ακριβώς να δεί την υπόθεση με το βλέμμα αυτού που γνωρίζει την κατάληξή της. Θα ήταν υπερβολικά εύκολο γι΄αυτό, άδικο όμως για την Κυπριακή Δημοκρατία.


Το Δικαστήριο προτιμά να ερευνήσει λεπτομερώς βήμα προς βήμα τις φάσεις της επιχείρησης. Διαπιστώνει ότι υφίστατο αντικειμενικός λόγος να πιστεύει κανείς ότι η ζωή της γυναίκας ήταν σε κίνδυνο. 

 Ότι επέκειτο απειλή θανάτου κατ΄αυτής εντός των προσεχών ωρών και ότι, συνεπώς, έπρεπε η αστυνομία να επιχειρήσει να τη σώσει. Διαπιστώθηκε επίσης ότι η κρατική μηχανή κινητοποιήθηκε, σχέδια καταστρώθηκαν, οι καλλίτερα εκπαιδευμένες δυνάμεις ασφαλείας ανέλαβον το βάρος να διεκπεραιώσουν την επιχείρηση. 

 Διαπιστώνει, τέλος ότι τα όργανα που έριξαν τους μοιραίους πυροβολισμούς δικαιολογημένα πίστεψαν ότι τελούσαν τα ίδια σε κίνδυνο ζωής και ότι έβαλαν, μέσα στο σκοτάδι, κατά αυτού που πίστευαν ότι τους πυροβολούσε.

Είναι εντυπωσιακή η έκταση του ευρωπαϊκού ελέγχου σε παρόμοιες αστυνομικές επιχειρήσεις, όπως καταφαίνεται στην εν λόγω απόφαση. 

 Η βία της αστυνομίας, όταν μ΄αυτήν απειλείται ζωή ανθρώπου, πρέπει να είναι αυστηρώς ανάλογη προς το απαιτούμενο μέτρο εν όψει του επιδιωκόμενου θεμιτού αποτελέσματος (αρχή της αναλογικότητας).

Υπόθεση Μακαρατζή κατά Ελλάδος (50385/99)-
Απόφαση ΕΔΔΑ της 20/12/2004.

Καταδίκη της Ελλάδος για παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ για μη επαρκή προστασία του δικαιώματος στη ζωή (επικίνδυνοι, άσκοποι πυροβολισμοί κατά τη σύλληψη) και λόγω έλλειψης ορθής εξέτασης του θέματος (οι υπεύθυνοι αστυνομικοί απαλλάχθηκαν ποινικών και διοικητικών ευθυνών).

Το βράδυ της 13-8-1995 η αστυνομία προσπάθησε να σταματήσει τον προσφεύγοντα, ο οποίος παραβίασε ερυθρό σηματοδότη στο κέντρο της Αθήνας, κοντά στην Πρεσβεία των ΗΠΑ. Αντί να σταματήσει ανέπτυξε ταχύτητα. Τον καταδίωξαν αστυνομικοί με περιπολικά και μοτοσυκλέτες. 

Κατά τη διάρκεια της καταδίωξης το αυτ/το του προσφεύγοντος συγκρούστηκε με αρκετά άλλα οχήματα με αποτέλεσμα να τραυματιστούν δύο οδηγοί. Αφού ο προσφεύγων διέφυγε από πέντε μπλόκα, οι αστυνομικοί άρχισαν να πυροβολούν το αυτ/το του. 

Τελικά σταμάτησε σε ένα πρατήριο υγρών καυσίμων, αλλά δεν βγήκε από το αυτ/το. Οι αστυνομικοί εξακολούθησαν να πυροβολούν. ΄Ενας από τους αστυνομικούς πέταξε μια γλάστρα στον ανεμοθώρακα του αυτ/του. 

Στο τέλος συνελήφθη. Ο προσφεύγων ισχυρίσθηκε ότι τον πυροβόλησαν στο πέλμα του ποδιού του, καθώς τον τράβαγαν έξω από το αυτ/το του. 

Διακομίσθηκε στο νοσοκομείο, όπου παρέμεινε επί εννιά μέρες. Είχε τραυματιστεί στο δεξί χέρι, το δεξί πόδι, στο αριστερό γλουτό και το δεξί ημιθωράκιο. Από το πόδι του αφαιρέθηκε μια βολίδα, ενώ άλλη μια εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα στο γλουτό του……

Τα Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί αν τα πραγματικά περιστατικά μαρτυρούν ότι το καθ΄ου κράτος απέτυχε να προστατεύσει το δικαίωμα του προσφεύγοντος στη ζωή και να εκπληρώσει τη διαδικαστική υποχρέωση που του επιβάλλει το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ να διεξαγάγει επαρκή και αποτελεσματική έρευνα σχετικά με το περιστατικό…..

Η θανατηφόρος χρήση βίας από όργανα της αστυνομίας μπορεί να είναι δικαιολογημένη σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως το άρθρο 2 δεν τα εξουσιοδοτεί να ενεργούν εν λευκώ. 

Οι ανεξέλεγκτες και αυθαίρετες ενέργειες των κρατικών οργάνων είναι ασυμβίβαστες με τον αποτελεσματικό σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 

Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις της αστυνομίας δεν πρέπει απλά και μόνο να προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία, αλλά και να ρυθμίζονται αποτελεσματικά απ΄ αυτή, στο πλαίσιο ενός συστήματος επαρκών και αποτελεσματικών διασφαλίσεων από την αυθαιρεσία και την κατάχρηση βίας….

Ενόψει της πρόσφατης ψήφισης του ν.3169/2003, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, από τότε που έλαβε χώρα το περιστατικό, το κράτος αναθεώρησε το νομικό πλαίσιο που διέπει τη χρήση όπλων από την αστυνομία και εισήγαγε νέες διατάξεις για την εκπαίδευση των αστυνομικών, με διακηρυγμένο σκοπό τη συμμόρφωση προς τα διεθνή πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αστυνόμευση. 

΄Όμως το χρόνο κατά τον οποίο σημειώθηκε το περιστατικό ίσχυε ο ν. 29/1943, ο οποίος είχε ψηφιστεί την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η Ελλάδα βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή. Το 1991 θεσπίστηκε προεδρικό διάταγμα που επέτρεπε τη χρήση όπλων στις περιπτώσεις που όριζε ο ν. 29/1943 «μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο και όταν έχουν εξαντληθεί όλα τα λιγότερο ακραία μέσα». 

Το ανωτέρω-κάπως περιορισμένου εύρους- νομικό πλαίσιο δεν φαίνεται ικανό να παράσχει το απαιτούμενο στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες επίπεδο προστασίας του δικαιώματος στη ζωή «από το νόμο»….

Το σύστημα που ίσχυε δεν παρείχε στους αστυνομικούς σαφείς κατευθύνσεις και κριτήρια για τη χρήση βίας σε καιρό ειρήνης….

Εν όψει των ανωτέρω το Δικαστήριο θεωρεί ότι, όσον αφορά τη θετική υποχρέωσή τους, βάσει του εδαφίου α΄της παρ.1 του άρθρου 2 να θεσπίσουν επαρκές νομοθετικό και διοικητικό πλαίσιο, οι ελληνικές αρχές δεν είχαν πράξει ότι θα αναμενόταν εύλογα απ΄αυτές για να παράσχουν στους πολίτες, και ιδίως αυτούς κατά των οποίων γίνεται χρήση βίας που μπορεί να αποβεί θανατηφόρος, το απαιτούμενο επίπεδο εγγυήσεων και για να αποτρέψουν τον πραγματικό και άμεσο κίνδυνο για τη ζωή που γνώριζαν ότι είναι πιθανόν να προκύψει, έστω και μόνο υπό εξαιρετικές περιστάσεις, σε αστυνομικές επιχειρήσεις που περιλαμβάνουν καταδίωξη υπόπτων. 

Συνεπώς, ο προσφεύγων υπήρξε θύμα παραβίασης του άρθρου 2 της Σύμβασης επί τη βάσει αυτή…

Yπόθεση Λεωνίδη Νο 43326/2005. Καταδίκη Ελλάδος για ανθρωποκτονία στις 25-3-2000 ενός 18χρονου από αστυνομικό.
Η Ελλάδα, κατά το ΕΔΔΑ, παραβίασε το άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή) της ΕΣΔΑ. Σημειώνεται πως τα ελληνικά δικαστήρια είχαν ήδη αποζημιώσει το 2007 τον πατέρα του θύματος με 80.000 ευρώ, ενώ το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Κατερίνης, είχε αθωώσει τον αστυνομικό με ψήφους 4-3 στις 21-6-2005.

Η απόφαση είναι σημαντική γιατί το δικαστήριο επανέλαβε πως, σε περιπτώσεις αστυνομικής βίας, δεν αρκεί η αποζημίωση του θύματος. 

Το δικαστήριο τόνισε πως αν δεν υπάρξει δίωξη και τιμωρία των υπευθύνων, θα είναι δυνατόν αστυνομικοί να παραβιάζουν ατιμώρητα τα δικαιώματα των πολιτών που έχουν υπό τον έλεγχό τους με αποτέλεσμα να είναι πρακτικά αναποτελεσματική η θεμελιώδης απαγόρευση βασανιστηρίων, κακομεταχείρισης και αυθαίρετων ανθρωποκτονιών. 

Εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης, το δικαστήριο υπογράμμισε πως η διακινδύνευση της ζωής κατά τη διάρκεια σύλληψης με τη χρήση θανατηφόρας βίας όταν δεν υπάρχει απειλή κατά του αστυνομικού είναι απαράδεκτη ακόμα και αν χωρίς τη χρήση βίας υπάρχει περίπτωση ο πολίτης να διαφύγει τη σύλληψη. 

Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη όπου το θύμα ούτε είχε παρανομήσει ούτε είχε βίαιη ή απειλητική συμπεριφορά: απλώς μαζί με φίλους του έτρεξαν για να αποφύγουν έλεγχο ταυτότητας από άτομα με πολιτικά που βγήκαν από συμβατικό αυτοκίνητο και άρα δεν ήταν σίγουρο πως ήταν αστυνομικοί, όπως επισημαίνει το δικαστήριο. 

Ο αστυνομικός όταν τελικά συνέλαβε το θύμα, όφειλε να είχε βάλει το όπλο στη θήκη του και όχι να το κρατά με το χέρι στη σκανδάλη την ώρα που περνούσε τις χειροπέδες, προσέθεσε το δικαστήριο, τονίζοντας τέλος πως ειδικά την εποχή εκείνη το απαράδεκτο νομικό πλαίσιο για την χρήση των όπλων σήμαινε απουσία κατάλληλης εκπαίδευσης των αστυνομικών που έτσι ενεργούσαν με ανευθυνότητα.

Το δικαστήριο υπενθυμίζει ορισμένα πράγματα, τα οποία θα έπρεπε να είναι αυτονόητα:

(α) Ο αστυνομικός αν δεν φοράει στολή, δεν μπορεί να θεωρείται από τον πολίτη αστυνομικός.

(β) Ο αστυνομικός δεν πρέπει να χρησιμοποιεί το όπλο του, απλώς για να συλλάβει κάποιον.

(γ) Η χρηματική αποζημίωση (αστικό δίκαιο) δεν αρκεί, αλλά πρέπει να υπάρχει και ποινική τιμωρία των υπαίτιων αστυνομικών.


Νοέμβριος 2014

Εμφάνιση Scan_Pic0005 (2).jpg (Ο Νικόλαος Αθ. Μπλάνης είναι Αντιστράτηγος Αστυνομίας ε.α. Επίτιμος Προϊστάμενος του Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρώπινου Δυναμικού/Α.Ε.Α./Υ.Δ.Τ. και Πτυχιούχος Νομικής Σχολής Αθηνών).


σχετικά:

Τα "όρια" της "Νόμιμης (αυτο)άμυνας" (από έναν ειδικό των Πολεμικών Τεχνών)

Δέχεσαι Επίθεση...Υπάρχει σαφής κίνδυνος κατά ΖΩΗΣ...πως ορίζεται άραγε η έννοια ΑΜΥΝΑ και τα "όριά" της; Ιδού ένα πολύ ενδιαφέρον "Βούλευμα"...

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Εγκληματικότητα και αυτοάμυνα στο σπίτι – πρόληψη και θεραπεία!

Εγκληματικότητα και αυτοάμυνα στο σπίτι II: ΠΥΡΟΜΑΧΙΚΑ

7 Μύθοι γύρω από την αυτοάμυνα με πυροβόλα όπλα

Οικιακό Άσυλο και Ασφάλεια:το "φυσικό" δικαίωμα στην Οπλοκατοχή και στην "Οπλοχρησία".Το "Φυσικό Δικαίωμα" στη Ζωή...

Μόνη στο σπίτι...εισέβαλλαν διαρρήκτες...πήρε την Άμεσο Δράση...την βίαζαν με ανοιχτό το ακουστικό...τέτοιο θράσος...(Δεν είχε όπλο - δεν πίστευε στην Αυτοπροστασία)...(Video)

ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΟΠΛΟΚΑΤΟΧΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Ο Δίκαιος και ο Αμυντικός Πόλεμος είναι ένας Μύθος...στον πόλεμο είσαι υποχρεωμένος να νικήσεις (με ΚΑΘΕ ΜΕΣΟ, έντιμο ή "άτιμο") ή θα αφανιστείς...ιδίως αν είσαι πιο αδύναμος στρατιωτικά απ' τον αντίπαλο...

Χρήση όπλου: Έρμαια του κακού νόμου και της ευθυνοφοβίας

Καταστάσεις/είδη "Εμπλοκής" - Αυτοάμυνα - Τύποι Προετοιμασίας/Αντιμετώπισης, του Άρη Δελημήτρου

ΚΑΛΥΨΗ: ο "Πρώτος Κανόνας" σε μια "Ένοπλη Συμπλοκή"

Τι να αποφύγετε και τι να κάνετε σε εμπλοκή με ενόπλους: 15 Βασικοί Κανόνες

ΕΝΟΠΛΗ ΛΗΣΤΕΙΑ: Συμβουλές, Πληροφορίες και Οδηγίες Αντιμετώπισης


Πρώην αστυνομικός: Ναι, όπλο χρειάζεσαι για την αυτοπροστασία σου...αν χρειαστεί όμως μπορείς να αφαιρέσεις ανθρώπινη ζωή; ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΣΚΟΤΩΣΕΙΣ;(ΣΧ.Γ.Α.: να λάβουμε υπ' όψιν πως η "εισαγόμενη ωμή (λαθρο)εγκληματικότητα έχει αποδείξει πως ΜΠΟΡΕΙ να ΣΚΟΤΩΣΕΙ και δεν διστάζει να το πράξει)